Kυρ. Χονδρός: 1821: Ο Λυκούργος Λογοθέτης της Σάμου, προσκαλεί στο νησί του τους πλοιάρχους και τις οικογένειες των Καστελλοριζιών
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 926 ΦΟΡΕΣ
Γράφει ο
Κυριάκος Χονδρός
chondros.kyr@gmail.com
Η Σάμος κήρυξε την επανάσταση το βράδυ της 17 (Κυριακή του Θωμά) προς 18 Απριλίου 1821 με τον οπλαρχηγό Κωνσταντή Λαχανά. Αυτός, έχοντας μαζί του τον Γρηγόριο Σβορώνο, ανιψιό του υποπρόξενου της Ρωσίας, ήλθε με άλλους ενόπλους στο Βαθύ όπου επιτέθηκαν και σκότωσαν τους 18 Οθωμανούς που βρίσκονταν εκεί. Την επομένη, 18 Απριλίου, κήρυξε την επανάσταση στο Βαθύ. Μετά από εκκλησιαστική τελετή και με πανηγυρικές εκδηλώσεις υψώθηκε η σημαία της επανάστασης που έφερε ως σύμβολο τη γλαύκα και τις λέξεις «Ελευθερία ή θάνατος».
Στη συνέχεια τη διοίκηση της επανάστασης στο νησί ανέλαβε ο Λυκούργος Λογοθέτης. Κατά τη διάρκεια της επανάστασης του 1821, η Σάμος διατήρησε τοπική διοίκηση που έφερε την ονομασία «Στρατοπολιτικόν Σύστημα Σάμου». Το νησί προστατεύτηκε επιτυχώς από τον ελληνικό στόλο μετά τις νίκες του στη Ναυμαχία της Σάμου και τη Ναυμαχία του Γέροντα. Αν και δεν καταλήφθηκε από τον τουρκικό στόλο, δεν εντάχθηκε στο νεοσύστατο Βασίλειο της Ελλάδας. Η Σάμος έγινε αυτόνομη με την ονομασία «Ηγεμονία της Σάμου».
Ο Λυκούργος Λογοθέτης, στις 13 Οκτωβρίου 1821, απέστειλε την ακόλουθη επιστολή στους πλοιοκτήτες Καστελλοριζιούς, γεμάτη εκτίμηση:
« […] από την Κάρπαθον επληροφορήθημεν εκ του συμπατριώτου μου κυρ. Γεωργίου Χ. Νικολάου όστις μου εδιηγήθηκε πολλούς επαίνους δια την τιμιότητα και χρησιμότητα των […[ και με χαροποίησετε εφ όσον ώστε να επιποθέσω εξ όλης ψυχής την αδερφικήν μοι προσωπικήν γνωριμίαν μας.
Όθεν απεφάσισα να εκτελέσω τον εγκάρδιον πόθον μου, και ιδού […] προς την τιμιότητά σας επίτηδες τον ίδιον αγαπητόν σας γνώριμον κυρ. Γεωργάκην Χ.Νικολάου, δια του οποίου προθυμούμε να σας προσκαλέσω εδώ συν γυναιξί με όλας σας δηλαδή τας φαμίλιας σας και με τα καράβια σας.
Σας βεβαιώ αδερφοί ότι εδώ θέλετε εύρη την κάθε ανάπαυσιν και ησυχίαν και θέλετε απολαμβάνον την πρέπουσαν ημίν της υποληψιν ανάλογον της […] των υποκλειμένων σας λογιζόμενοι όχι ως ξένοι, αλλ’ ως ίδιοι συμπατριώται μας: Περί δε […] και άλλων μέσων και ησυχίαν των φαμιλιών σας μη φροντίς μας απ εμέ να σας προμηθεύσω τα πάντα αδερφικώς και κατ ευχαρίστησιν σας. Και λοιπόν χωρίς να αναβάλετε ακολουθήσατε ως αδερφικώς και ειλικρινώς σας γράφω.
Σας περιμένω δε […] να έλθετε.
13 Οκτωβρίου 1821, Σάμος.
Όλων πρόθυμος και αδελφικώς
Στέλλω δε πιστότερων πίστωσιν και του ιυποπλοιάρχου μου γενού».
Ο Λυκούργος Λογοθέτης
Ο Λυκούργος Λογοθέτης (το πραγματικό του όνομα Γεώργιος Παπλωματάς), ήταν Έλληνας αγωνιστής του 1821 και πολιτικός. Ήταν ο πολιτικός και στρατιωτικός ηγέτης της σαμιακής επανάστασης του 1821. Γεννήθηκε στο Νέο Καρλόβασι στις 10/21 Φεβρουαρίου 1772. Ήταν το πέμπτο παιδί του Γιάννη Παπλωματά και της Μαρίας (ή της Μαρούδας).
Ο πατέρας του είχε ως επάγγελμα «την εμπορίαν ταπήτων, βάμβακος και εφαπλωμάτων», απ΄ όπου και το επώνυμο.
Φοίτησε στο «Ελληνικόν Σχολείον» Καρλοβάσου, την κατόπιν γνωστή ως Πορφυριάδα Σχολή και μετά την ολοκλήρωση των σπουδών μεταβαίνει στην Κωνσταντινούπολη (1791-1794) και εντάσσεται στο περιβάλλον των Φαναριωτών.
Η δικτύωση με τους κύκλους αυτούς εξασφάλισε γρήγορα στον νέο διανοούμενο τον διορισμό του ως γραμματεύς των Πατριαρχείων. Η μετάβασή του αργότερα στο επίσης προνομιακό περιβάλλον των Παραδουνάβιων Ηγεμονιών, αναμφίβολα αποτελούσε για εκείνον αναβάθμιση της
κοινωνικής του θέσης, αλλά και δικαίωση των προσπαθειών του.
Από το 1794 έως το 1802 σταδιοδρομεί στις Αυλές πανίσχυρων ηγεμόνων της Βλαχίας και της Μολδαβίας, γίνεται γραμματέας του ηγεμονικού γραφείου του Κωνσταντίνου Υψηλάντη και του Αλέξανδρου Σούτσου και λαμβάνει τα αξιώματα του ταμία και «δεύτερου λογοθέτη». Το 1802 ακολούθησε τον Αλέξανδρο Σούτσο στην Κωνσταντινούπολη, όπου βιώνει τις ραγδαίες ανακατατάξεις που επιφέρουν στην οθωμανική αυτοκρατορία οι στρατιωτικές και διπλωματικές εξελίξεις της εποχής.
Το 1805 επιστρέφει στη γενέτειρά του και εμπλέκεται ενεργά στην εσωτερική διαμάχη ανάμεσα στις τοπικές φατρίες των Καρμανιόλων και των Καλικαντζάρων.
Εξελίσσεται σε ηγετική φυσιογνωμία της καρμανιόλικης φατρίας σε μία εποχή μεταβατική, κατά την οποία ένας άγριος εσωτερικός αγώνας ξεσπά για την κατάληψη της τοπικής εξουσίας στην οθωμανοκρατούμενη Σάμο και διώκεται απηνώς από τους αντιπάλους του.
Κατορθώνει επανειλημμένως να γλιτώσει τη ζωή του από δολοφονικές απόπειρες και εξορίζεται με σουλτανικό φιρμάνι στο Άγιο Όρος για δύο χρόνια (1809-1810).
Τον 1811, αφού έχει επιστρέψει στη Σάμο, νυμφεύεται την Πουλουδίτσα Γεωργιάδη από τη μεγάλη προυχοντική οικογένεια του Μαραθοκάμπου. Πολύ γρήγορα, εκμεταλλευόμενος τα συγγενικά δίκτυα, γίνεται προεστός δυτικής Σάμου και το 1812 πρόεδρος του σώματος των προεστών.
Τον Ιούνιο του 1819 μυείται στη Φιλική Εταιρεία από τον Θεσσαλό Αριστείδη Παππά και λαμβάνει το όνομα «Λυκούργος» (από το όνομα του αρχαίου Σπαρτιάτη νομοθέτη), το οποίο έκτοτε θα κρατήσει έως το τέλος της ζωής του.
Ορίζεται από τον απόστολο Δημήτριο Θέμελη ως «τοποτηρήτης της Αυτού Εκλαμπρότητος» [του Αλέξανδρου Υψηλάντη, Αόρατης Αρχής της Φιλικής] στη Σάμο και αποβιβάζεται στο νησί στις 24 Απριλίου/6 Μαΐου 1821, λίγο μετά τις πρώτες επαναστατικές κινήσεις στο Βαθύ υπό την αρχηγία του καπετάν Κωνσταντή Λαχανά.
Αναπτύσσει έντονη επαναστατική δραστηριότητα προσπαθώντας να μυήσει στην τοπική αδελφότητα συμπατριώτες του, ακόμη και από την αντίπαλη φατρία. Στις 8/20 Μαΐου 1821 κηρύσσει επίσημα τη σαμιακή επανάσταση στο Καρλόβασι και στις 12/24 Μαΐου στην πόλη της Σάμου.
Λίγο αργότερα, ιδρύει τον Στρατοπολιτικό Διοργανισμό της νήσου Σάμου, το αυτόνομο επαναστατικό πολίτευμα του νησιού, που αποτελεί θεσμική πλαισίωση της ιδεολογίας των Καρμανιόλων, του καρμανιολισμού (βλ. σχετικό λήμμα).
Ο ίδιος ανακηρύσσεται Γενικός Διοικητής και Στρατηγός και γίνεται ο μεγάλος πολιτικός και στρατιωτικός ηγέτης της σαμιακής επανάστασης, οργανώνοντας ταχύτατα το νησί σε διοικητικό και στρατιωτικό επίπεδο ενόψει του οθωμανικού κινδύνου.
Στο διάστημα από το 1821 έως το 1826 αποκρούει τρεις φορές συντονισμένες επιθετικές ενέργειες του οθωμανικού στόλου (υπό τον Καρά Αλή το 1821 και υπό τον Χοσρέφ το 1824 και 1826) και αναλαμβάνει στρατιωτικά την πρωτοβουλία «εξαγωγής» της εθνικής επανάστασης στη Χίο κατόπιν συνεννόησης με τον χιώτη Αντώνη Μπουρνιά, χωρίς την επίσημη εντολή της Κεντρικής Επαναστατικής Διοίκησης.
Η επιχείρηση στέφθηκε με αποτυχία (1822) και έγινε αιτία της ολοσχερούς καταστροφής του νησιού από τους Οθωμανούς. Για τον ίδιο στάθηκε αφορμή διώξεων από τη Διοίκηση, σε μία περίοδο μάλιστα που η ηγεσία της Επανάστασης μεθόδευε, στο πλαίσιο των αποφάσεων της Α΄και Β΄ Εθνοσυνέλευσης, τον περιορισμό αρχικά και την κατάργηση αργότερα των ισχυρών τοπικών κέντρων με τον διορισμό εντεταλμένων «ξένων» επάρχων στην περιφέρεια.
Οι σχέσεις της Διοίκησης με τον «απείθαρχο» Λυκούργο αποκαταστάθηκαν τελικά το 1826, μετά την τρίτη απόκρουση του οθωμανικού κινδύνου από τους Σαμίους και τον τυπικό συμβιβασμό της Διοίκησης με τις πραγματικότητες που παρήγαγε η ίδια η Επανάσταση στην εξέλιξή της.
Πέθανε «εξ αποστεώσεως των βαλβίδων της καρδίας» στις 22 Μαΐου/2 Ιουνίου 1850.

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News