Αγαπητός Ξάνθης: Όταν η επιθυμία μιλάει μέσα από την τέχνη για την επιδιωκόμενη απόλαυση
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 1191 ΦΟΡΕΣ
Ένα βιβλίο με πλήθος νοημάτων για τα ιστορικά βήματα του πνεύματος
Γράφει o
Αγαπητός Ξάνθης*
Αρχιτέκτονας
Ένα από τα βιβλία που αποκαλύπτουν την ανθρώπινη υπόσταση μέσω της τέχνης από το καθαρό πέρασμά της από την έκφραση της επιθυμίας και των ανάλογων κακουχιών στο ιδεατό κόσμο της απόλυσης είναι αυτό του κου Καγγελάρη Φώτη, με τίτλο: «Μία Ιστορία της Τέχνης- Από τη μεριά της επιθυμίας», (2024). Αθήνα: Παπαζήση.
Το βιβλίο είναι γεμάτο νοήματα, ακροβατώντας μεταξύ της φιλοσοφίας και της τέχνης, τα οποία ο συγγραφέας τα θεωρεί ως τους δύο πυλώνες της ιστορίας του πνεύματος (σ.41). Τα όριά τους δεν είναι σαφή, εκτιμώντας ότι η φιλοσοφία ήταν και είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την τέχνη.
Η λέξη-κλειδί «επιθυμία» έρχεται στο παρόν μελέτημα να καταγράψει τον «χαρακτήρα» του ανθρώπου, τονίζοντας, ότι ο άνθρωπος είναι ο βίος της επιθυμίας του και μάλιστα ο άνθρωπος έχει σκοπό να απολαμβάνει, ο καθένας με τον τρόπο του (σ.15). Λέξη με ειδικό νόημα η «επιθυμία», όπου η ιστορία της με την ιστορία του ανθρώπου θα μπορούσαμε να πούμε ότι ταυτίζονται, αφού χωρίς το επιθυμείν τίποτα δεν κινείται (σ.21).
Το σπουδαίο είναι, ότι η επιθυμία εκφράζεται από τη γενική μορφή της τέχνης, η οποία στενάχωρα δεν εκφραζόταν με τον προηγούμενο τρόπο ή με τα υπάρχοντα μέσα (σ.109). Η τέχνη παρουσιάζεται ως η γλώσσα της επιθυμίας σχηματίζοντας έτσι την υπέρβαση της λογοκρισίας, μέχρι ένα βαθμό ή και αντίστροφα, η επιθυμία επέλεγε να εκφραστεί παρά μόνο στην τέχνη (σ.65).
Το πόνημα εκφράζει τό πέρασμα της ιστορίας της τέχνης και των δημιουργών της ανά εποχή και ανά αιώνα πιστοποιώντας την εξέλιξη από το ωραίο, στο ρομαντικό αλλά και στο αφαιρετικό (σ. 201), τονίζοντας με παραδοξότητα ότι το κενό στην τέχνη θα μπορούσε να εκφράζει την πιο μεγάλη επιθυμία, την επιθυμία που να είναι σε θέση να μην επιθυμεί. Το βιβλίο διευκρινίζει με απόλυτο τρόπο τη λέξη -υπεραπόλαυση ή jouissance- η οποία δηλώνει μια καταστροφική ώση απόλαυσης, η οποία συνδέεται με την ενόρμηση του θανάτου.
Η επιθυμία παρότι προέρχεται από την απόλαυση είναι μια αναχαίτιση της υπεραπόλαυσης, ένας τρόπος να απολαμβάνει κανείς εντός της πραγματικότητας, εντός του σημαίνοντος (σ.15). Αυτή η «καυστική» λέξη σημειώνεται πολλάκις στο βιβλίο ως μια μορφή καταστροφικής διάστασης της επιθυμίας, η οποία όμως είναι διαχειρίσιμη από τη μαγεία της τέχνης (σ.213).
Η αισθητική δεν μπορεί να λείπει από τον διάλογο ως έκφραση του ωραίου, συντρέχουσα με την ιστορία του πολιτισμού, ο οποίος είναι το αποτέλεσμα μιας αδιάκοπης διαπάλης για την ομορφιά, υγεία, ευημερία εναντία στην ακινησία και την κατάθλιψη που υποκινείται από την αγωνία έναντι του άσχημου, καθιστώντας το ίδιο το γεγονός της ζωής ένα αέναο “flight into health” (σ.117).
Το βιβλίο εμβαθύνει στο νόημα της επιθυμίας σύμφωνα με τους μεγάλους φιλοσόφους του 17ου αιώνα, του αιώνα που άνθισαν τα σχετικά ρεύματα με θεωρήσεις όπως: «η επιθυμία είναι η φύση του ανθρώπου» (σ.91).
Το βιβλίο αγγίζει έξυπνα το “Art Brut” σε συνδυασμό με τον Ρομαντισμό και το θέμα της φωτογραφίας, σε μια σχέση (αν)επεξεργασίας της τέχνης, σε μια κατεύθυνση των νέων συνθημάτων όπως «δεν θέλω άλλη αλήθεια, θέλω περισσότερη μαγεία»(σ.245) και επί πλέον σαν ένας νέος τρόπος παρουσίας της εξόριστης επιθυμίας με τη βούληση να μιλήσει, όπως λέει και ο S. Freud.
Σε αυτή τη μοντέρνα εποχή, η φωτογραφία επισημαίνεται ως άνθος του Ρομαντισμού, η οποία ως γνήσιο τέκνο του διεκδικεί το απόλυτο (σ.246). Η φωτογραφία παρουσιάζεται ως η άλλη όψη της πραγματικότητας απεικονίζοντας τη δεύτερη έξοδο του ανθρώπου από τον Παράδεισο του Θεού (σ.251).
Η δε οικογενειακή φωτογραφία βγάζει έξω τη ζωή, την ύπαρξη. Ουσιαστικά η φωτογραφία είναι μια γέφυρα τέχνης και επιθυμίας εξεταζόμενη από τρία διαφορετικά πρίσματα: φιλοσοφικό, ψυχαναλυτικό και ανθρωπολογικό (σ.246). Και ο κος Καγγελάρης γράφει γενικά και σημειολογικά ότι, η εικόνα γίνεται ένα φυλακτήριο, ένας κατάδεσμος, μια στοιχείωση, ένα φυλακτό, ένα διαπιστευτήριο και διαβατήριο για να κατοικήσει κάποιος/α τον κόσμο του με πραγματικότητα (σ.264). Η δε αναμνηστική φωτογραφία προσποιείται σ’ ένα βαθμό τη σχέση της με το παρελθόν, αφού ως εικόνα μέσα στο παρόν μπορεί μόνο να υπάρξει (σ.267).
Εξάλλου η αναμνηστική φωτογραφία κρύβει μέσα της μια υπόγεια μαγεία που ακολουθεί τον κόσμο των συμβολικών σχέσεων που συγκροτεί τον πολιτισμό(σ.261). Και καταλήγει ο συγγραφέας ότι, η φωτογραφία μας καρφώνει τη μνήμη σ’αυτό που δεν είναι η μνήμη μας αλλά είναι η μνήμη της ίδιας της φωτογραφίας. Φωτογραφίζουμε για να ξεχνάμε. Αναμνηστική φωτογραφία δεν υπάρχει. Κι ας πιστεύουμε ότι η φωτογραφία ανακαλύφθηκε γι’αυτό (σ.268).
Όπως και να έχει η «Επιθυμία» καθορίζει, ορίζει, συσχετίζει, σχεδιάζει.
Στο βιβλίο των Deleuze, G.,& Guattari, F., (2018), Καπιταλισμός και Σχιζοφρένεια. Αθήνα: Πλέθρον διατυπώνεται ότι: «μια επιθυμητική μηχανή δεν είναι τίποτα άλλο: μια πολλαπλότητα διακριτών στοιχείων ή απλών μορφών συνδεδεμένων επί του πλήρους σώματος μιας κοινωνίας, ακριβώς καθόσον είναι «επί» του σώματος αυτού ή καθόσον είναι όντως διακριτά. Η δε ορμή της επιθυμητικής μηχανής είναι μια δοκιμασία ολόκληρου του κοινωνικού πεδίου από την επιθυμία, δοκιμασία που μπορεί να καταλήξει τόσο σαν θρίαμβος της επιθυμίας όσο και στην καταπίεσήτης» (σσ, 460-461).
Ο δε επίλογος του πονήματος συμπυκνώνει το περιεχόμενο τού βιβλίου με την υπογράμμιση ότι, η επιθυμία πια διεκδικεί, όχι μόνο μια θέση αλλά και να εκτοπίσει, να διασαλεύσει του στάτους της ηθικής, της πολιτικής, της σχέσης της αντίληψης του ανθρώπου για τον εαυτό του και τον «Άλλο», για τον τρόπο του ερωτεύεσθαι και τον τρόπο του θνήσκειν.
Ο συγγραφέας κάνει ουσιαστικά μια σημαντική παρατήρηση επίσης στο τέλος του βιβλίου για τη σχετική απουσία των γυναικών από την τέχνη, παρά την εξαιρετική τους συμβολή στην προώθηση της Ιστορίας της Τέχνης (σ.269), ως επίσης την παράλειψη ονομάτων των «τρελών καλλιτεχνών», ως επίσης εκείνων που ασχολήθηκαν με την έννοια του τοπίου, της οντότητας του κήπου και της αρχιτεκτονικής του τοπίου ως έργο τέχνης με την υπόσχεση εξέτασης να κατατίθεται για παρουσία στο επόμενό του βιβλίο (σ.270).
Δεν ξέρω, εάν υπάρχουν πολλά τέτοιου είδους βιβλία που αναδύουν το βάθος της τέχνης μέσα από την ιστορία της ανθρωπότητας που συντρέχει κοινωνικοπολιτικά με την ιστορία της επιθυμίας.
Πάντως, ένα από αυτά είναι το παρόν μελέτημα, το οποίο υπερβαίνει τα παραδοθέντα στερεότυπα Το βιβλίο διαθέτει μέσα από τη γνώση μια φιλοσοφική ορμή για να μπορέσει να δείξει την ουσιώδη ομορφιά που εκ των πραγμάτων ανήκει στην αλήθεια που περιμείνει υπομονετικά μετά την ανάγνωση να αποκαλυφθεί γεμάτη όμως αισθητική και όραμα.
Καλοδιάβαστο!
* Ο αρθρογράφος είναι αρχιτέκτονας, μεταδιδακτορικός υπότροφος του Πανεπιστημίου Αιγαίου, διδάσκων στο Τμήμα Μεσογειακών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αιγαίου και του μεταπτυχιακού προγράμματος «Περιβαλλοντική Εκπαίδευση»

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News