Νικήτας Καραφυλλάκης: Σφουγγαράδικες ιστορίες

Νικήτας Καραφυλλάκης: Σφουγγαράδικες ιστορίες

Νικήτας Καραφυλλάκης: Σφουγγαράδικες ιστορίες

Rodiaki NewsRoom

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 681 ΦΟΡΕΣ

Του
Νικήτα Καραφυλλάκη*
στο kalymnosnews

 

Είναι σε όλους γνωστό πως η σπογγαλιεία βοήθησε όσο κανένας άλλος παραγωγικός κλάδος, για να σταθεί ζωντανό και περήφανο το νησί μας. Περισσότερες από πέντε γενιές σφουγγαράδων, από το 1850 μέχρι το 1975, στήριξαν με την εργατικότητα, την τόλμη, τον μόχθο και τις θυσίες τους, την οικονομία της Καλύμνου.

Ζώντας τόσοι πολλοί πάνω σ’ έναν άγονο βράχο, κάτω από τρεις κατακτητές οι Καλύμνιοι πραγματοποιήσαν έναν μοναδικό άθλο προόδου, ανάπτυξης και ευημερίας που δεν τον δικαιολογούσαν οι αντικειμενικές εδαφικές και εργασιακές συνθήκες του τόπου τους.

Ήταν η θάλασσα, εκείνη που τους υπέδειξε τον ανεκμετάλλευτο θησαυρό στον βυθό της για ν΄ αποκτήσουν ό,τι δεν μπορούσε να τους δώσει το λιγοστό και άγονο χώμα του. Και ήταν οι Καλύμνιοι δύτες που αποφάσισαν να τον αποκτήσουν, αψηφώντας κάθε απειλή και κίνδυνο.

Άνδρες που η ανάγκη της επιβίωσης τούς όπλισε με αξεπέραστες δυνάμεις αντοχής και θάρρους, οδηγώντας τους ακόμη και στο να περιφρονούν τον θάνατο για να τον αποκτήσουν με κάθε θυσία. Ήταν οι Καλύμνιοι αλιείς αυτού του είδους των «μαργαριταριών», που δημιούργησαν το οικονομικό, κοινωνικό, πολιτιστικό και πνευματικό θαύμα: Nα αναπτυχθεί και να ξεπεράσει το νησί τους όλα τα δωδεκανησιακά του αδέλφια.

Η σπογγαλιεία σε όλη εκείνη τη μακρά περίοδο υπήρξε ο αιμοδότης της τοπικής οικονομίας. Κράτησε δραστήριες και εύρωστες όλες τις επαγγελματικές τάξεις και ασχολίες των κατοίκων της Καλύμνου, που ξεπερνούσαν σε κάποιες περιόδους ακμής ακόμη και τις 20.000 χιλιάδες, όταν μόνο η εύφορη Ρόδος με 14 φορές μεγαλύτερη έκταση την ξεπερνούσε, έχοντας, τότε, μόλις τον διπλάσιο πληθυσμό από εκείνην!

Καμιά από τις δύο τελευταίες γενιές του νησιού μας που ακολούθησαν την παρακμή της σπογγαλιείας μετά την ανακάλυψη του συνθετικού και τη νόσο του φυσικού σφουγγαριού δεν έχει παραστάσεις, εικόνες και βιώματα, όμοια με εκείνα τα οποία γνώρισαν και βίωσαν οι προγενέστερες γενιές του.

Την εποχή που ο σφουγγαράδικος στόλος της Καλύμνου μετρούσε εκατοντάδες μικρά και μεγάλα σκάφη, μπρατσέρες και αχταρμάδες, τότε που το νησί διέθετε πολλές αποθήκες και μονάδες επεξεργασίας κάθε είδους σφουγγαριού, από τους μικρούς «χαζήες», τους μανταπάδες και τα καπάδικα, μέχρι τα ποτηρόμορφα φίνα μελάθια.

-Τότε, που οι μυρωδιές της ψημένης γαλέτας και του καβουρμά σε κάθε μια από τις 14 ενορίες της, στο Χωριό και στην Πόθια, μαρτυρούσαν πως πλησίαζε το «Ποκίνημα», το «Φευγιό», που θα σηματοδοτούσε τον χωρισμό μιας μεγάλης μερίδας του ανδρικού πληθυσμού από τ’ αγαπημένα τους πρόσωπα, τα οποία δεν ήξεραν αν θα ξανανταμώσουν μετά από λίγους μήνες…

-Στα χρόνια που οι αχθοφόροι με τα χειροκίνητα κάρα σήκωναν και κουβαλούσαν στα μεγάλα «ντεπόζιτα», στις «ναυαρχίδες» κάθε σπογγαλιευτικού συγκροτήματος, τις αναγκαίες προμήθειες για τη δουλειά και τη διατροφή των σφουγγαράδων στη διάρκεια της πολύμηνης απουσίας από τη στεριά και τα σπίτια τους.

Με την ίδια εικόνα και στην επιστροφή τους, μεταφέροντας στις αποθήκες και τους χώρους επεξεργασίας τα τεράστια βαριά «πατημένα» σφουγγαράδικα σακιά Καλκούτας.

Για να ακολουθήσει ο «εμπορικός πυρετός», το χρηματιστήριο των αξιών του πολύτιμου προϊόντος, που ανεβοκατέβαινε από τη μια μέρα στην άλλη, ανάλογα, με την προσφορά και τη ζήτηση, ανάμεσα σε καπεταναίους και εμπόρους. Όλοι να επιδιώκουν καλύτερες τιμές, μεγαλύτερο κέρδος, χωρίς καθυστερήσεις και χάσιμο χρόνου!

Να εξυπηρετηθούν δάνεια και τόκοι, να καταβληθούν μισθοί και προκαταβολές, να εξοφληθούν χρέη και υποχρεώσεις σε προμηθευτές, τεχνίτες και συντηρητές. Με τους εμπόρους, τους πλοιάρχους, τους σορτιριστές[1], τους εκτιμητές, τους γραμματικούς και τους λογιστές σε επίταξη, να βλέπουν, να δίνουν και να παίρνουν τιμές, να κλείνουν παρτίδες, να λογαριάζουν, να πληρώνουν, για να πιάσουν στη συνέχεια δουλειά οι καλλιτέχνες ψαλιδιστές, που θα φρόντιζαν να αποκτήσει το σφουγγάρι καλύτερο σχήμα, ελκυστικότερη μορφή, καλύτερη τιμή στις ευρωπαϊκές και αμερικανικές αγορές.

-Την περίοδο που καθημερινά, μετά τις γιορτές του Σταυρού και του Άη Νικήτα, ξεμπαρκάρανε καλύμνικα καΐκια, με όσους στάθηκαν τυχεροί να αντικρίσουν από μακριά τον μεγαλόπρεπο ναό του προστάτη τους, ν’ ακούσουν τον χαρμόσυνο και πανηγυρικό ήχο απ’ όλες τις καμπάνες της Καλύμνου, από τον Βαθύ μέχρι τον μακρινό Εμπορειό, να πατήσουν τα ιερά χώματα του αγαπημένου τους νησιού και ν’ αγκαλιάσουν συγγενείς και φίλους, που με φτερά στα πόδια τους κατέβαιναν στο λιμάνι για να τους υποδεχτούν…

-Στα χρόνια εκείνα, με τις λιάστρες στους δρόμους, στις αυλές, στις αλάνες και στις πλατείες για να στεγνώσουν και να συντηρήσουν τον χρυσό θαλασσινό καρπό.

-Με τα «πληρώματα» και τους ηλιοκαμένους ” μηχανικούς” να χαίρονται και να γλεντούν την αμοιβή του μόχθου τους, ένα εισόδημά για 6 μήνες εργασίας τουλάχιστο διπλάσιο από το ετήσιο που «απολάμβαναν» όλες οι εργατικές και υπαλληλικές τάξεις στον τόπο τους!…Μα πάνω απ’ όλα, για το τέλος των στερήσεων και των κινδύνων της ζωής τους.

Γράφοντας και αναβιώνοντας σήμερα σκηνές από την ηρωική εκείνη εποχή, θα παρατηρήσουμε πως όλο και περισσότερο η προσοχή και το ενδιαφέρον μας στρέφεται σχεδόν αποκλειστικά σε ό,τι προβάλλει τους άθλους και τις επιδόσεις των σφουγγαράδων μας, σε ό,τι ικανοποιεί την περηφάνια μας, σε ό,τι θέλγει και συγκινεί τον νου και την καρδιά μας. Σε όλα εκείνα τα γεγονότα που ικανοποιούν το ιστορικό και λαογραφικό ενδιαφέρον των επισκεπτών μας.

Σε δεύτερη μοίρα, στο περιθώριο, μακριά και έξω από τη σκοτεινή πλευρά της σκληρής πραγματικότητας που βίωνε ο κλάδος της σφουγγαροσύνης, παραμένουν, σιωπηλά και αθέατα, τα βάσανα, οι στερήσεις, τα πάθη και οι κακουχίες των καταδικασμένων από την ανάγκη της επιβίωσης, να εργαστούν για το ψωμί τους στο πιο ανελέητο και επικίνδυνο επάγγελμα που γνώρισε ο κόσμος!…

Όλα εκείνα που φόβισαν, πλήγωσαν, βασάνισαν, αδίκησαν και θυσίασαν εκατοντάδες νέους, οδηγώντας στην ορφάνια αναρίθμητες οικογένειες. για να παραμείνουμε όλοι εμείς οι Καλύμνιοι ζωντανοί πάνω στον τόπο που αγαπήσαμε!

Εδώ, στο σύντομο αυτό αφιέρωμα, με αφορμή τη δεύτερη επέτειο της αναβίωσης του έπους της σπογγαλιείας, που με τεράστια επιτυχία οργανώθηκε και πραγματοποιήθηκε από τον συμπατριώτη μας Γιάννη Νομικάριο, το περασμένο καλοκαίρι, με τη συνεργασία και βοήθεια που πρόθυμα του πρόσφεραν επιζώντα μέλη του χώρου, με τη φιλοδοξία να καθιερωθεί ως θεσμός μνήμης και τιμής για όλους εκείνους που το δημιούργησαν, θα ήθελα να γυρίσω τον δικό μου φακό μνήμης σε κάποιες ελάχιστες ανάμεσα στις αναρίθμητες χαρακτηριστικές εικόνες από τις δυσκολίες, τα προβλήματα και τα πάθη των πρωταγωνιστών του κλάδου, που ακούγονται απίστευτα, αν και πολύ αληθινά.

Είναι αυτά που προσθέτουν στον πίνακα της σφουγγαροδουλειάς, δίπλα στα πολλά ζεστά και φωτεινά χρώματα, άλλα τόσα σκοτεινά και θλιβερά για να τον συμπληρώσουν…

Είναι ελάχιστες ανάμεσα στις πολλές “σκιές και πληγές” του εργασιακού βίου των σφουγγαράδων μας, τους οποίους η φτώχεια υποχρέωνε να φορέσουν το βαρύ μαρτυρικό στεφάνι στα κεφάλια τους, γράφοντας και μελοποιώντας, με αίμα και θρήνο, τον Ύμνο των παθών και του μαρτυρίου τους, για να κρατήσουν ανοιχτά τα σπίτια τους, κάτι που δεν κατάφεραν πολλά φτωχά και άγονα αδέρφια τους.

Ας ξαναθυμηθούμε, λοιπόν, κάποια από τα “πάθη” τους, που δεν τα χωράει ανθρώπινος νους, για να αποδίδουμε, σε κάθε αναφορά στις παλαιότερες εκείνες γενιές των πατέρων μας, τον οφειλόμενο θαυμασμό και σεβασμό προς όλα εκείνα τα απροστάτευτα μέλη τους για όσα υπόφεραν και πέτυχαν στα δύστηνα εκείνα χρόνια, όταν πλήρωνε η ιδιαίτερη πατρίδα κάθε χρόνο στον θαλασσινό της Μινώταυρο τον φόρο ζωής και αρτιμέλειας των παιδιών της.

……………

– Τα πληρώματα στα «μηχανοκάικα[2], τους γνωστούς αχταρμάδες, είχαν για στρώμα ύπνου την ξύλινη, υγρή «κουβέρτα» του σκάφους, για προσκέφαλο το δέμα ρουχισμού τους και για στέγη τον… ουρανό της Μπαρμπαριάς. -Ο δύτης κοιμόταν σε ξεχωριστή…”κουκέτα” μέσα στο κύτος της δικάταρτης μπρατσέρας, πάνω σ’ ένα στρωσίδι που άπλωνε στη… σαβούρα από θαλασσινά βότσαλα! Ξυπνούσε, αξημέρωτα, τέσσερις η ώρα τη νύχτα, έκανε τον σταυρό του, ζητούσε τη βοήθεια και προστασί α του Αγίου, στον οποίο θα αφιέρωνε την τελευταία βουτιά του κι έμπαινε στο μηχανοκάικο που τον περίμενε για να τον μεταφέρει μία και δύο ώρες μακριά στους «πάγκους» που είχαν εντοπιστεί από τον καπετάνιο του.

Φορούσε νηστικός και με το νεπέτι[3] το σκάφανδρο, με τα βαριά μολύβια στο σώμα και στα πόδια στολή, και με μια τεράστια απόχη, κατέβαινε σε βάθη, από 20 μέχρι και 40 οργιές, τρεις και περισσότερες φορές την ημέρα για το μεροκάματο, πριν «σκάσει» ο ήλιος μέχρι και το τελευταίο φως της ημέρας!

-Έπινε χλιαρό νερό μέσα από ένα βαρέλι με τη βοήθεια μιας μικρής καστανιάς δεμένης με παραγαδίσιο σπάγκο!... Είχαν τσιμεντωμένο τον πάτο του για να μην πιάνει σκουριά και βύθιζαν ένα μεγάλο σφουγγάρι για να μαζεύει, με το «μπότζι» , τη σκουριά από τα τοιχώματά του!...

-Πρόσεχαν να μην αφήνουν ανοιχτό το πορτάκι στο πάνω μέρος του βαρελιού για να μην «ψαρεύουν» αρουραίους, όπως, όχι σπάνια, συνέβαινε!

-Έβρεχαν κοψίδια σφουγγαριών με κρεατόζουμο, για να μαζεύουν ψόφια τα πρησμένα ποντίκια που «τσουρμάριζαν» μαζί τους!…

-Συχνά τοποθετούσαν σ’ ένα μικρό κομμάτι λαστιχένιου σωλήνα λίγο νεράκι από βραδίς για να το νιώσουν δροσερό το πρωί σαν το σταμνίσιο του σπιτιού τους!…

-Έτρωγαν μια φορά την ημέρα στη λήξη της δουλειάς όλοι μαζί μέσα από μια μεταλλική σκουτέλα φαγητού και είχαν για ψωμί μια παξιμαδένια γαλέτα, την οποία προηγουμένως έσπαγαν και χτυπούσαν με τα βαριά και μεστωμένα χέρια τους, για να απομακρυνθούν τα… σκουλήκια που συγκατοικούσαν στο εσωτερικό τους, μετά τους δυο πρώτους μήνες!…

-Όταν δεν είχαν να πιούν ένα ποτηράκι κρασί, ζέσταιναν και αφαιρούσαν το χρώμα από το φωτιστικό οινόπνευμα, πρόσθεταν λίγο γλυκάνισο, για να ικανοποιούν το πάθος του αλκοολισμού[4], από το οποίο υπόφεραν οι περισσότεροι και το οποίο πολλές φορές τους οδηγούσε στην οικονομική εξαθλίωση και στον θάνατο!…

-Δεν ήταν λίγοι οι «μηχανικοί» που από τη δεύτερη μέρα που πατούσαν πόδι στη στεριά, έκλειναν θέση στις ταβέρνες του Ζορντού και του Προκόπη και ονομάτιζαν το κρασοβάρελο, απ’ όπου θα έπιναν καθημερινά, μέχρι το επόμενο τσουρμάρισμα!…Κορυφαίος πότης και ειδικός γευσιγνώστης κρασιών υπήρξε ο Γιώργος Βορδόχειλας από το Χωριό. Από το «βαρέλι του» ζητούσαν πολλοί να τους γεμίζει τα «κατοσταράκια» που θα συνόδευαν τα μεζεδάκια τους…

– Ας ξαναβρεθούμε όμως στην επαγγελματική τους «φουρτούνα» πάνω στο κατάστρωμα. -Από τους καινούργιους και ιδιαίτερα ορεξάτους στο ένα και μοναδικό γεύμα οι παλαιότεροι ζητούσαν να τους αφηγούνται διάφορες ιστορίες για να επιβραδύνουν τον ρυθμό του φαγητού τους, ώστε να σηκώνονται εκείνοι χορτάτοι!…Κάποιος νέος,ενημερωμένος για την πονηριά τους, όταν του ζήτησαν να αφηγηθεί πώς «έχασε» τον πεθερό του, λακωνικά, τους απάντησε: «Ο ταμνάς[5] τον ήκοψε, τρώετε!»…

Αφαιρούσαν το χαλασμένο δόντι που τους πονούσε, δένοντάς και τραβώντας το με σπάγκο ή μισίνα, ή καλούσαν συνάδελφό τους να εκτελέσει χρέη οδοντίατρου με τη βοήθεια της βελόνας που καθάριζαν το μπεκ της γκαζιέρας, ή να το σφραγίσει με… λιωμένο μολύβι[6]!…

-Κάθε καπετάνιος επινοούσε και εφάρμοζε δική του θεραπεία σε κάθε λογής ασθένειες των δυτών του, αν δεν τις απέρριπτε ως προφάσεις οκνηρίας ή φόβου. Αν είχαν εξαντληθεί τα «αλγκόν» και οι ασπιρίνες, κάποιοι πλοίαρχοι τους έδιναν να καταπιούν τις λευκές μπαλίτσες από τα μάτια των ψαριών, που τους τα παρουσίαζαν σαν τα κατάλληλα φάρμακα, για τις προφασιζόμενες παθήσεις τους. Μετά από λίγο, όσοι παρίσταναν τον άρρωστο, ένιωθαν γεροί και δυνατοί και δεν έχαναν τη σειρά τους!…

-Ο κατάλογος είναι ανεξάντλητος! Όσοι θέλουν ν’ ακούσουν και να μάθουν περισσότερα, ας συναντήσουν σε καφενέ ή ταβέρνα έναν από τους ελάχιστους επιζώντες ξωμάχους της δουλειάς… Ας τον κεράσουν έναν καφέ, ή ακόμα καλυτέρα… ένα-δυο ποτηράκια κρασί που λαμπικάρει τη σκέψη, φρεσκάρει τη μνήμη κι ελευθερώνει τη γλώσσα και θα διαπιστώσουν πόσο ανάμικτα συναισθήματα ευθυμίας και θλίψης μπορούν να τους προσφέρουν…

Θα κλείσω με δύο τραγικές περιπτώσεις σφουγγαράδων από το Χωριό που ήταν και δεν ήταν παιδιά 17 χρονών! Τον έναν τον πήγε ο καπετάνιος, με τον οποίον ήθελε να τσουρμάρει για το «βάπτισμα του δύτη» έξω από το νησάκι της Νεράς, ένα μίλι από την Κάλυμνο. “Δεν το πέρασε με επιτυχία” και τον θρήνησε ολόκληρο το πλήρωμα, πριν τον κλάψει το σπίτι και ολόκληρη η Κάλυμνος!…

-Ο δεύτερος, που ήταν και πολύ θρήσκος κι έψαλλε στον Άη Χαράλαμπο του Χωριού, έχοντας χάσει στο σφουγγάρι τον πατέρα του τον προηγούμενο χρόνο, υποχρεώθηκε να γίνει σφουγγαράς για να συντηρήσει την πολύτεκνη οικογένεια της άτυχης μητέρας του.

Στην πρώτη «βουτιά» «χτυπήθηκε» βαριά και καθώς τον μετέφεραν για το νοσοκομείο ένιωθε πως δεν θα αντέξει το “πιάσιμο της μηχανής» και πως θα πεθάνει, όπως κι έγινε μετά από λίγο. Άρχισε να κλαίει όχι μονάχα για τη χαμένη νιότη του, τη δύσμοιρη μάνα και τ’ αδέρφια του, που τον είχαν μοναδικό τους στήριγμα, αλλά γιατί δεν υπήρχε… εκκλησιά και παπάς, για να του κάνει την εξόδιο ακολουθία!!! Καθώς το είχε κάνει ήδη αρκετές φορές από το στασίδι για πολλούς, τοποθέτησε νοερά τον εαυτό του μέσα σε φέρετρο κι έψαλλε, βαθιά συγκινημένος και ανακουφισμένος, νεκρώσιμους ύμνους για …τον εαυτό του, σαν αυτούς που είχε μάθει «απέξω» σε κηδείες συγχωριανών του!

………………

Ελάχιστες ξεχασμένες πια ιστορίες από την παλιά σφουγγαράδικη Κάλυμνο που πλήρωνε βαρύ το τίμημα της ανάπτυξης, της προόδου και της ευημερίας της… Με τις τραυματικές εικόνες από τις πολλές κάθε χρόνο «απουσίες» ή τις ” χτυπημένες παρουσίες” των παιδιών της…. Με τις μαυροφορεμένες γυναίκες στα σπίτια, στην αγορά, στις εκκλησιές και τους δρόμους… Όλα, το ένα πλάι στο άλλο, χαρά και θλίψη, τραγούδι και μοιρολόι….

(Όσοι επιθυμούν να μάθουν περισσότερα γύρω από παρόμοια στιγμιότυπα από τη ζωή των καταδικασμένων να φορέσουν για την εργασία τους αντί για κοστούμι …σκάφανδρο, ας φροντίσουν να συναντηθούν με κάποιον από τους τελευταίους ξωμάχους του επαγγέλματος που κυκλοφορούν ακόμη ανάμεσά μας. Ας τον κεράσουν έναν καφέ, ή ακόμη καλύτερα… δυο-τρία ποτηράκια κρασί που λαμπικάρει τη σκέψη, φρεσκάρει τη μνήμη και ελευθερώνει τη γλώσσα, για να βιώσουν όλη την κλίμακα των συναισθημάτων, από τον θαυμασμό και την ευθυμία μέχρι τη θλίψη και τη συμπόνια…)

Πηγές: Προσωπικά βιώματα και σημειώσεις από αφηγήσεις πρωταγωνιστών του κλάδου.
Κάλυμνος, 5 Αυγούστου 2024

[1] Ειδικοί, έμπειροι στη διαλογή του είδους και της ποιότητας των σπόγγων, από την οποία εξαρτιόταν σε μεγάλο βαθμό η αξία της κάθε παρτίδας.

[2] Οι αχταρμάδες, με τους δύτες και τα σκάφανδρα.

[3] Σειρά

[4] Αυτό το πάθος του αλκοολισμού οφείλεται σε μεγάλο βαθμό «στη μονότονη, ομοιόμορφη, αυστηρή και επικίνδυνη ζωή, η οποία οδηγεί στην οινοπνευματοποσίαν», συμπέρασμα στο οποίο πρώτος κατέληξε μετά από μία τεκμηριωμένη μελέτη ο επίατρος του Πολεμικού μας Ναυτικού Στέφανος Ζωγραφίδης (1878-1907), με ειδική αναφορά στους σφουγγαράδες, τους ναυτικούς και τους πάσχοντες από ανίατες αρρώστιες, όπως μας πληροφορούν σε πρόσφατη Μονογραφία τους με τίτλο «Στέφανος Ζωγραφίδης, ένας πρωτοπόρος γιατρός των αρχών του εικοστού αιώνα με σπουδαίο επιστημονικό έργο», δύο σύγχρονοι συνάδελφοί του, δόκιμοι συγγραφείς της ελληνικής ιατρικής Ιστορίας, ο Λάζαρος Βλαδίμηρος και ο Αριστείδης Διαμαντής (σ.89)

[5] Έπαθε ανακοπή.

[6] Παρουσιάστηκε πριν από 20 χρόνια δύτης σε οδοντίατρο της Καλύμνου, με πολύ μεγάλη χειρουργική επέμβαση στην παρειά, στην κάτω γνάθο και στον λαιμό, και του διηγήθηκε το «σφράγισμα» που προσπάθησε να του κάνει με λιωμένο μολύβι συνάδελφός του σφουγγαράς! Σώθηκε μετά από πολύμηνη θεραπεία σε νοσοκομείου της Λιβύης!

* Ο Νικήτας Σκ. Καραφυλλάκης είναι εκπαιδευτικός. Σπούδασε στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και στη Μαράσλειο Παιδαγωγή

Διαβάστε ακόμη

Ελένη Κορωναίου: Ψυχρότητα ή σιωπηλή κραυγή;

Αργύρης Αργυριάδης: Οι 8 πληγές του κράτους δικαίου

Χρήστος Ροϊλός: Τα Επείγοντα στην Ελλάδα λειτουργούν σε συνθήκες μόνιμης κρίσης

Κοσμάς Σφυρίου: Κατάλυση της Δημοκρατίας, σαν σήμερα πριν 59 χρόνια

Ηλίας Καραβόλιας: Οραματιστές της αφθονίας

Γιάννης Παρασκευάς: Βιβλιοθήκη Ρόδιων συγγραφέων και λογοτεχνών

Μαρία Καρίκη: Πόση «ζημιά» μπορεί να κάνει ο εγωισμός ενός ατόμου;

Άγης Βερούτης: Γραφειοκρατία: cui bono