Δ. Γουβιάς: Για την κατηγορία «αυτό/-τά» ή «άλλο/-α» στα δημόσια έγγραφα

Δ. Γουβιάς: Για την κατηγορία «αυτό/-τά» ή «άλλο/-α» στα δημόσια έγγραφα

Δ. Γουβιάς: Για την κατηγορία «αυτό/-τά» ή «άλλο/-α» στα δημόσια έγγραφα

Rodiaki NewsRoom

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 894 ΦΟΡΕΣ

Γράφει ο

Διονύσης Γουβιάς

Καθηγητής Εκπαιδευτικής Πολιτικής & Κοινωνιολογίας της Εκπαίδευσης

Μέλος της Επιτροπής Ισότητας των Φύλων και Καταπολέμησης των Διακρίσεων του Πανεπιστημίου Αιγαίου

Θα ήθελα να καταθέσω κάποιες σκέψεις σχετικά με το επιχείρημα που εκθέτουν άτομα που ανήκουν στη λεγόμενη ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα (άραγε, το «κοινότητα» με ποια κριτήρια εδώ ορίζεται;), και σύμφωνα με το οποίο, απαιτούν να καταγράφονται τα στοιχεία ταυτότητάς τους στα δημόσια έγγραφα[1] με τον προσδιορισμό όχι «αρσενικό» (άρρεν) ή «θηλυκό» (θήλυ), αλλά με το «άλλο/-α», ή «αυτό/-τά». Η επίκληση για την επιλογή αυτή γίνεται σε πανανθρώπινες αξίες, κατοχυρωμένες από διεθνείς συμβάσεις/συνθήκες (π.χ. το άρθρο 2 της Οικουμενικής Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, του 1948), ή εθνικά συνταγματικά κείμενα (π.χ. το άρθρο 5 του Ελληνικού Συντάγματος) και άλλες κανονιστικές διατάξεις που αναφέρονται στις απαγορεύσεις διακρίσεων με βάση την «ταυτότητα φύλου» ή τον «σεξουαλικό προσανατολισμό» (ενδ. βλ. Ν. 3304/2005, Ν. 4356/2015, Ν. 4343/2016, Ν. 4491/2017, Ν. 4604/2019, Ν. 5089/2024), και βασίζεται στο επιχείρημα ότι το πρόσωπο που καταγράφει τα στοιχεία του δεν πρέπει να συμβιβάζεται με μια δυαδική/διχοτομική κατηγοριοποίηση (binary distinction) που αναφέρεται στο δίπολο «αρσενικό» - «θηλυκό».

Παρόλο που θα ήμουν ο τελευταίος που θα αρνιόταν τις νομικές εξελίξεις των τελευταίων ετών σε θέματα δικαιωμάτων με βάση το φύλο (βιολογικό και κοινωνικό), την ταυτότητα φύλου ή το σεξουαλικό προσανατολισμό, όπως επίσης και ο τελευταίος που θα αρνιόταν στο κάθε άτομο το δικαίωμα στον αυτοπροσδιορισμό, εν τούτοις θα ήθελα να εγείρω κάποια εννοιολογικά, κοινωνικά και νομικά θέματα.

Καταρχάς, με το να έχουμε δίπλα στις παραδοσιακές κατηγορίες «αρσενικό» και «θηλυκό», μια τρίτη που να λέγεται «άλλος/άλλα» ή «αυτό/αυτά», δεν σημαίνει ότι αποφεύγουμε το παραπάνω επικίνδυνο και (υποτίθεται) ανελεύθερο και αντι-συμπεριληπτικό δίπολο, γιατί πολύ απλά έχουμε τώρα μια νέα κατηγορία, και από εκεί που είχαμε δίπολο έχουμε τώρα ένα «τρίπολο», με την εισαγωγή μιας νέας κατηγορίας με ασαφή όρια και ανερμάτιστους προσδιορισμούς. Αυτό είναι ένα γενικότερο πρόβλημα με τις μεταμοντέρνες, μεταδομιστικές προσεγγίσεις περί «πολλαπλών ταυτοτήτων» (φύλου, και όχι μόνο), οι οποίες, προσπαθώντας να ξεπεράσουν, τις παραδοσιακές ταξινομήσεις (κοινωνικές, νομικές) που είναι (φυσικά) κοινωνικές κατασκευές, δημιουργούν καινούργιες ταξινομήσεις οι οποίες δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι προωθούν τη συμπερίληψη, την ισότητα και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

Τι σημαίνει άραγε η κατηγορία «άλλο/άλλα»; Ποιούς τύπους ανθρώπων περιλαμβάνει; Πόσοι διαφορετικοί γονότυποι και φαινότυποι ενσωματώνονται μέσα σε αυτήν την πολύ γενική κατηγορία; Ποιος δέχεται ότι όλοι οι άνθρωποι που αυτοπροσδιορίζονται ως «άλλα» έχουν ομοειδή χαρακτηριστικά (ιδιοσυγκρασίες, αξίες, στάσεις, συμπεριφορές, ανάγκες, αγωνίες, στόχους ζωής κ.λπ.); Ποια λογική συμπερίληψης ενυπάρχει στο γεγονός, για παράδειγμα, να έχουμε μέσα σε ένα φοιτητικό πληθυσμό άτομα που προσδιορίζονται ως «φοιτητές», κάποια άλλα ως «φοιτήτριες», και κάποια άλλα ως «φοιτητά»;….

Επιπλέον έχω κάποιες ενστάσεις σχετικά με την αγνόηση από τις προαναφερόμενες προσεγγίσεις περί ατομικών δικαιωμάτων –είτε παραμένουν σε επίπεδο θεωρητικής αναζήτησης, είτε συνδέονται με ευρύτερες πολιτικές και νομικές διεκδικήσεις και ακτιβιστικές στρατηγικές— των βασικών μηχανισμών της ανθρώπινης συμπεριφοράς, οι οποίες έχουν διακριβωθεί και αποδειχθεί μέσα από πολύχρονες επιστημονικές μελέτες της ανθρωπολογίας της κοινωνικής ψυχολογίας αλλά και της ιατρικής (βλ. γενετική, νευροφυσιολογία, ανατομία, κ.λπ.). Χωρίς να πρεσβεύω ότι είμαι ειδικός στις παραπάνω προσεγγίσεις, θα ήθελα να κάνω κάποιες διαπιστώσεις από αυτά που έχουν γραφεί σε διεθνές επίπεδο από έρευνες της Κοινωνικής Ψυχολογίας, και κυριότερα εκείνες που αφορούν στις θεωρίες της «κοινωνικής ταυτότητας» (βλέπε το πείραμα των «ελαχίστων ομάδων» τη θεωρία της «κοινωνικής σύγκρισης», τη θεωρία της «κοινωνικής κινητικότητας», την ψυχοδυναμική ανάλυση των ομαδικών διεργασιών, κ.λπ.). Αυτό που κατά τη γνώμη μου προκύπτει από αυτές τις έρευνες είναι το γεγονός ότι οι άνθρωποι πάντα δημιουργούσαν την ταυτότητά τους σύμφωνα με κάποια δίπολα, τρίπολα, κ.ο.κ.. Παρόμοια συμπεράσματα έχουν προκύψει από πολιτικούς επιστήμονες που μελέτησαν τις συλλογικότητας και τα κοινωνικά κινήματα (π.χ. Α. Melucci) και από Ανθρωπολογικές έρευνες (από τους H.L. Morgan, F. Engels, M Mauss και L. Strauss, μέχρι τη M. Mead, M. Hertzfeld και Ε. Παπαταξιάρχη), πάνω στο πως «χτίζουν» τις συλλογικές τους ταυτότητες διάφορες κοινωνικές ομάδες (περισσότερο ή λιγότερο «παραδοσιακές»).

Πάντα δηλαδή οι άνθρωποι όριζαν τον εαυτό τους, όταν βρίσκονταν σε συνθήκες ομάδας (και είμαστε, καλώς κακώς, κοινωνικά όντα), σε αντιδιαστολή με μια «άλλη ομάδα», σε αντίθεση με κάποιον «άλλο». Ενώ στη διαπροσωπική συμπεριφορά του το άτομο, ανάλογα με την ιδιοσυγκρασία του, δημιουργεί φιλίες και σχέσεις θετικές ή αρνητικές, από την άλλη ορίζει τον εαυτό του ως μέλος της Α ομάδας (της λεγόμενης και «εσω-ομάδας»), σε αντιδιαστολή με Β ομάδα (τη λεγόμενη «εξω-ομάδα»). Αυτός ο αυτοπροσδιορισμός του/της είναι απαραίτητος για να νιώσει οντολογική ασφάλεια, να νιώσει μέλος μιας κοινωνικής πραγματικότητας, μιας συλλογικότητας. Έτσι για παράδειγμα αυτοπροσδιορίζεται ως «Έλληνας» σε αντιδιαστολή με τους «μη-Έλληνες», ως «εργαζόμενος» σε αντιδιαστολή με τον «εργοδότη» ή «εργοδότριά» του, ως «ανοιχτόχρωμος» σε αντιδιαστολή με τον «σκουρόχρωμο», κ.λπ. Τα δίπολα αυτά πολύ συχνά γίνονται τρίπολα, τετράπολα, κ.ο.κ.. Για παράδειγμα, μπορεί κάποιος να αυτοπροσδιοριστεί ως «Ολυμπιακός» (δηλ. οπαδός του Ολυμπιακού), σε αντιδιαστολή με τους «Παναθηναϊκούς», τους «Αεκτζήδες», τους «Παοκτζήδες», κ.λπ.

Φυσικά και όλα αυτά είναι κοινωνικές κατασκευές∙ φυσικά και όλα αυτά είναι δυναμικές εννοιολογήσεις∙ φυσικά σε όλα αυτά υπεισέρχονται και στερεότυπα και προκαταλήψεις. Αυτό όμως που θέλω να τονίσω –και έχουν τονίσει όπως προανέφερα και πολλοί επιστήμονες στο παρελθόν— είναι ότι η ταυτότητα ενός ανθρώπου πάντα φτιάχνεται με βάση μια ετερότητα: «εγώ σε σχέση με τους άλλους». Και αυτό είναι κάτι που για μένα αποτελεί ανθρωπολογική σταθερά. Είναι άλλο πράγμα το να μην διακατέχομαι από στερεότυπα για μια άλλη ομάδα, και είναι άλλο το να ταυτίζομαι με μια ομάδα. Είναι άλλο να θέλουμε να προωθήσουμε τη διαπολιτισμική επικοινωνία, την αναγνώριση βασικών ατομικών & συλλογικών δικαιωμάτων (στο σεξουαλικό προσανατολισμό, στη δυνατότητα σύναψης γάμου, στην εργασιακή αξιοπρέπεια, στην καταπολέμηση διακρίσεων, κ.λπ.), τη συμπερίληψη, την αναγνώριση του «άλλου», όχι με εχθρικούς όρους, και το κυριότερο, όχι με όρους ανταγωνισμού («ο θάνατός σου η ζωή μου»), και είναι άλλο να αρνηθούμε ότι η ταυτότητά μας σφυρηλατείται με βάση το δίπολο (ή τρίπολο, κ.λπ.) του τύπου «εγώ» - «αυτός», ή «εμείς» - «αυτοί».

Ακόμα και άτομα που ανήκουν στη λεγόμενη ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα, όπως οι τρανσέξουαλ ή ίντερσεξουαλ, ορίζουν το σεξουαλικό τους προσανατολισμό ταυτιζόμενες/οι με κάποιο μέρος του παραπάνω διπόλου. Για παράδειγμα, μπορεί κάποιος να έχει γεννηθεί «άνδρας» και να θέλει να αλλάξει «φύλο», χωρίς να έχει απαραίτητα έντονες χρωμοσωμικές οι σωματοτυπικές ομοιότητες με αυτό που θεωρείται (κοινωνικά) ως «θηλυκή εμφάνιση», αλλά επιθυμεί να υιοθετήσει την αρσενική ή τη θηλυκή ταυτότητα. Για το λόγο αυτό πολλοί/ές από αυτούς/ές αποφασίζουν να προχωρήσουν σε εγχείρηση αλλαγής (βιολογικού) φύλου. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να υπάρχουν και πάρα πολλοί άνθρωποι που δεν επιθυμούν να αναπαράγουν το συγκεκριμένο έμφυλο δίπολο και, όντως, επηρεασμένοι/ες και από τη γενικότερη άνοδο του δικαιωματικού λόγου σε παγκόσμιο επίπεδο για τα δικαιώματα όλων των «αρρενοτήτων» και «θηλυκοτήτων», να θέλουν να αυτοπροσδιοριστούν ως «άλλα».

Εγώ, όμως, τονίζω εδώ όχι μόνο τη δυνατότητα να αυτοπροσδιορίσει κάποιος τη σεξουαλική του ταυτότητα, αλλά το πώς θα καταγραφεί μέσα σε δημόσια έγγραφα πως θα ορίσει μια καθαρά κοινωνική σχέση του με τα υπόλοιπα μέλη μιας πολιτικής κοινότητας. Συμφωνώ με αυτό που τονίζει η Κριτική Ανάλυση Λόγου (στο εξής ΚΑΛ), ότι ο λόγος αποτελεί μια μορφή κοινωνικής πρακτικής και βρίσκεται σε αλληλεπίδραση με την κοινωνία, καθώς αποτελεί μέρος της και δεν βρίσκεται έξω από αυτή (βλ. ενδ. το έργο των Norman Fairclough, Ruth Wodak και Teun van Dijk). Πρόκειται για μια σχέση διπλής κατεύθυνσης: ο λόγος διαμορφώνει καταστάσεις, γνώσεις, κοινωνικές ταυτότητες και σχέσεις μεταξύ ατόμων και ομάδων, αλλά συγχρόνως διαμορφώνεται από αυτές. Επομένως, ως κοινωνική πρακτική συγκροτεί τον κοινωνικό κόσμο, αλλά και συγκροτείται από άλλες κοινωνικές πρακτικές.

Αυτό το τελευταίο είναι και εκείνο που ξεχνούν όσοι/ες αβασάνιστα πρεσβεύουν ότι αρκεί να «αλλάξουμε» τα σημαίνοντα και σημαινόμενα του λόγου μας, και αυτόματα θα επέλθουν αντίστοιχες αλλαγές στις κοινωνικές πρακτικές (μια καθαρά νομιναλιστική φιλοσοφική θεώρηση, για όσες/ους φυσικά έχουν έστω και μια ξεκάθαρη φιλοσοφική προσέγγιση στο ζήτημα, και δεν άγονται απλά από καταναγκασμούς κοινωνικής συμμόρφωσης). Το πώς θα καταγραφεί κάποια/ος μέσα σε δημόσια έγγραφα εδράζεται ακριβώς σε κοινωνικές σχέσεις και πρακτικές, οι οποίες δεν αλλάζουν με μια βολονταριστική λογική περί «αυτό-προσδιορισμού». Τα δημόσια έγγραφα ταυτοποίησης εδράζονται σε μια σχέση που εγκολπώνει στοιχεία της έννομης (άρα κοινωνικής & πολιτικής) τάξης και αναφέρεται σε δικαιώματα και υποχρεώσεις τα οποία επιμερίζονται στους πολίτες μιας χώρας με βάση το βιολογικό τους φύλο –μέχρι σήμερα τουλάχιστον. Θα ήταν πολύ ενδιαφέρον να υιοθετηθεί στο μέλλον ένα θεσμικό σύστημα το οποίο θα λαμβάνει υπόψη τις πολύπλοκες και δυναμικές διαδικασίες απόδοσης κοινωνικής ταυτότητας φύλου –και όχι μόνο φυσικά. Προς το παρόν κάτι τέτοιο είναι και θεωρητικά –και νομικά κυρίως— αδύνατο, λόγω της πολυπλοκότητας και του δυναμικού χαρακτήρα της σεξουαλικής ταυτότητας.

Εγώ θέτω μόνο ορισμένα καίρια ερωτήματα χωρίς να πρεσβεύω ότι έχω τη λύση για τα πάντα, αλλά επειδή μπορώ να καταδείξω έτσι πιθανά αδιέξοδα και ανυπέρβλητα νομικά εμπόδια σε μια αβασάνιστη υιοθέτηση στα δημόσια έγγραφα μιας τρίτης κατηγορίας η οποία θα λέγεται «άλλο/άλλα». Υπάρχουν θεσμικοί κανόνες που αφορούν, για παράδειγμα, στη συμμετοχή σε ομαδικά αθλήματα, και εκεί γίνεται διαχωρισμός ανάμεσα σε «άνδρες» και «γυναίκες», ακριβώς επειδή υπάρχει μια εκ της φύσεως διαφοροποίηση στο μυϊκό όγκο των δυο βιολογικών φύλων. Αν βρεθεί, λοιπόν, ένα άτομο το οποίο έχει γεννηθεί με κυρίαρχα τα «αρσενικά» χαρακτηριστικά, πρωτογενή και δευτερογενή (π.χ. αναπαραγωγικά όργανα, μυϊκή μάζα, τριχοφυΐα κ.λπ.), και δηλώσει αυτό το άτομο ότι επιθυμεί να αποκτήσει όχι ταυτότητα «γυναίκας», όπως προβλέπεται[2], αλλά ταυτότητα του «άλλου φύλου», τότε οι αρμόδιοι φορείς πού πρέπει να τον/την κατατάξουν, ούτως ώστε αυτή η κατάταξη, άρα και η συμμετοχή του ατόμου αυτού σε ένα άθλημα, δεν θα δημιουργήσει προβλήματα άνισου ανταγωνισμού με άλλες συναθλήτριες, αφού το συγκεκριμένο άτομο θα έχει συγκριτικό πλεονέκτημα λόγω της μυϊκής του ανάπτυξης;[3]

Άλλο παράδειγμα είναι η απόδοση σε ένα άτομο ευεργετημάτων του Κράτους Πρόνοιας που αφορούν σε ειδικά μέτρα θετικών διακρίσεων υπέρ των γυναικών. Με ποιά κριτήρια μια υπηρεσία, λοιπόν, θα δώσει ένα επίδομα (το οποίο έχει θεσμοθετηθεί, μην ξεχνάμε, για να βοηθήσει τις γυναίκες να καλύψουν το χάσμα που έχουν σε σχέση με τους άνδρες / βλ. και άρθρο 116 του Συντάγματος) σε ένα άτομο το οποίο δηλώνει τη γενική κατηγορία «άλλο» ως στοιχείο έμφυλου αυτοπροσδιορισμού του; Μέσα σε αυτήν την κατηγορία μπορούν να περιλαμβάνονται άτομα που όντως είναι «ευάλωτα», λόγω και του βιολογικού τους φύλου και, κυρίως, του «κοινωνικού» τους φύλου, σε κοινωνίες οι οποίες είναι πατριαρχικές ακόμα και σήμερα. Μπορεί, όμως, να περιλαμβάνονται και άτομα, τα οποία λόγω ταξικής θέσης, επαγγελματικού στάτους, γεωγραφικής προέλευσης, πολιτισμικού κεφαλαίου, και λοιπών χαρακτηριστικών, να μην έχουν κανένα πρόβλημα διακρίσεων στη ζωή τους. Γιατί και πώς μια ασαφής κατηγορία, όπως η κατηγορία «άλλο/άλλα», πρέπει αυτόματα να αποδίδει τα ίδια δικαιώματα σε αυτούς/αυτές που αυτοταξινομούνται ως τέτοιες/οι[4];

Η παραπάνω σκέψη με οδηγεί σε μια τελευταία παρατήρηση που έχω να κάνω για την αυξανόμενη επιμονή φεμινιστικών οργανώσεων, και κυρίως των ατόμων που υποτίθεται ότι εκπροσωπούν τη ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα, να πιέζουν τις επίσημες Κρατικές Αρχές να αναγνωρίζουν μια τρίτη κατηγορία στα δημόσια έγγραφα. Παρόλα τα αδιαμφισβήτητα θεσμικά βήματα που έχουν γίνει σε παγκόσμιο επίπεδο για την έμφυλη ισότητα, αίσθησή μου είναι –όχι μόνο από στατιστικά που αφορούν στην αγορά εργασίας, την εκπαίδευση, την πολιτική, την έμφυλη βία , κ.λπ., αλλά και από την καθημερινότητα την οποία βιώνω— ότι η ισότητα, ακόμα και μέσα από τον παραδοσιακό προσδιορισμό της με βάση τα βιολογικά χαρακτηριστικά, δεν έχει επιτευχθεί ακόμα. Οι φεμινίστριες και φεμινιστές που προωθούν τέτοιες απόψεις για την κατάργηση το δυαδικού (binary) αυτού διαχωρισμού, εμφορούνται από τη λεγόμενη μεταμοντέρνα, μεταδομική και νομιναλιστική φιλοσοφική και επιστημολογική σκέψη, όπου δίνεται έμφαση στην πολλαπλότητα των ταυτοτήτων και στην ισχύ του (εξουσιαστικού) λόγου στο να διαμορφώνει ταυτότητες και πραγματικότητες. Αυτό είναι μεν ένα μεγάλο επίτευγμα στην πρόοδο της επιστημονικής σκέψης, αλλά και της πολιτικής σκέψης, αφού στους καιρούς που ζούμε έννοιες όπως η «διατομεακότητα» (intersectionality), «υβριδικές ταυτότητες» κ.λπ., μπορεί να είναι εξαιρετικά χρήσιμες στο να ανιχνεύσουμε –σε επιστημονικό/θεωρητικό και σε πολιτικό επίπεδο— τα πολλαπλά πεδία δημιουργίας και άσκησης καταπίεσης και εξουσιαστικών σχέσεων (ταξικά, φυλετικά, επαγγελματικά, γεωγραφικά, εθνοτικά, γλωσσικά, θρησκευτικά, κλπ.). Είναι, όμως, μεγάλη αδυναμία αυτών των ρευμάτων σκέψης το ότι δεν μπορούν να συγκροτήσουν έναν πειστικό και ρεαλιστικό χειραφετητικό λόγο, στο όνομα του οποίου, άλλωστε, ομνύουν όταν αναδεικνύουν –όπως και όπου αναδεικνύουν— τα πολλαπλά πεδία ανισοτήτων, εξουσίας, διακρίσεων και αποκλεισμών.

Πιστεύω ακράδαντα ότι δεν είναι όλα λεκτικές κατασκευές, παρόλο που, φυσιολογικά, μέσα σε μια κοινωνία όλοι οι θεσμοί, οι κοινωνικές πρακτικές, οι κυρίαρχες στάσεις ζωής και ιδεολογίες είναι δημιουργήματα ανθρώπων, άρα με αυτή την έννοια και ο λόγος είναι η κοινωνική κατασκευή. Η πραγματικότητα όμως εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων σε όλο τον κόσμο (π.χ. των γυναικών σε σχέση με τους άντρες, των «θηλυκοτήτων» σε σχέση με τις «αρρενωπότητες», των εργαζομένων σε σχέση με τους εργοδότες, των «αλλογενών» σε σχέση με τους «γηγενείς» της χώρας υποδοχής) δεν είναι μόνο γλωσσική κατασκευή, είναι και (σκληρή) κοινωνική πραγματικότητα, και έχει υλικές βάσεις.[5]

Με το να επιδιώκουμε στις σχέσεις των πολιτών με τις Κρατικές Αρχές (όχι στο πώς το κάθε άτομο αυτό προσδιορίζεται), να εισαγάγουμε ασαφείς και απροσδιόριστες ταξινομικές κατηγορίες, όταν δεν έχουμε λύσει βασικά ζητήματα κοινωνικών ανισοτήτων, ελευθεριών και δικαιοσύνης, περισσότερο αποδυναμώνουμε τα όποια κινήματα χειραφέτησης που δημιουργούνται «από τα κάτω» (τις/τους καταπιεσμένες/ους αυτού του κόσμου), παρά τα ενδυναμώνουμε. Με αυτή την έννοια, δεκαετίες ολόκληρες αγώνων του φεμινιστικού κινήματος –στο οποίο φυσικά και εντάχθηκαν άτομα που δεν θα μπορούσαν να προσδιοριστούν με μια απλή δυαδική κατηγοριοποίηση— κινδυνεύουν να χαθούν μέσα σε μια μεταμοντέρνα αγωνιώδη, αλλά αποπροσανατολιστική, αναζήτηση ενδιάμεσων ταξινομήσεων και κατηγοριών, οι οποίες εν πολλοίς δεν έχουν ούτε θεωρητική αναλυτική ισχύ, αλλά ούτε και πολιτικό προσανατολισμό και περιεχόμενο, και φυσικά ούτε κυοφορούν ουσιαστικές ελπίδες κοινωνικής αλλαγής.

Μέχρι λοιπόν να προσδιορίσουμε το τι σημαίνει η κατηγορία «άλλο/άλλα», και να της δώσουμε ουσιαστικό θεωρητικό και κοινωνικό νόημα, για μένα η αποδοχή σε θεσμικό επίπεδο τέτοιων ταξινομήσεων αποπροσανατολίζει τους κοινωνικούς αγώνες, αποδυναμώνει τα κινήματα και μπορεί εν δυνάμει να οδηγήσει σε πισωγύρισμα των κατακτήσεων του φεμινιστικού κινήματος. Μπορεί κάποιες και κάποιους –ιδιαίτερα τους/τις φιλολόγους— να τους ενοχλεί και αισθητικά όταν κάποιος ή κάποια αναφέρεται, για παράδειγμα, σε «φοιτήτριες», «φοιτητές» και «φοιτητά», αλλά εμένα με ενοχλεί το γεγονός ότι η χρήση τέτοιων ταξινομήσεων μπορεί κάποια στιγμή στο μέλλον να μας κάνει να ξεχάσουμε ότι σε αυτόν στον πατριαρχικά δομημένο κόσμο, σε αυτόν τον κόσμο όπου οι καπιταλιστικές σχέσεις ενδυναμώνουν τις ανισότητες και τα χάσματα ανάμεσα στους ανθρώπους, υπήρξαν φοιτήτριες οι οποίες κατάφεραν, μετά από πολλούς φεμινιστικούς αγώνες, άπλετο μελάνι και αίμα, αλλά και, εν τέλει, τολμηρές νομοθετικές πρωτοβουλίες, να εισαχθούν σε ένα τμήμα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, εν αντιθέσει με τις μητέρες τους ή τις γιαγιάδες τους, κάτι που αποτελεί ένα μεγάλο κέρδος σε σχέση με το παρελθόν, ακόμα και αν η εισαγωγή αυτή επετεύχθη σε ένα τμήμα Κοινωνιολογίας, ή Παιδαγωγικό, ή Νοσηλευτικής (αναπαραγωγή των οριζόντιων έμφυλων διαχωρισμών). Η παραπάνω παράβλεψη –ενσυνείδητη ή μη— μπορεί να οδηγήσει σε συλλογική αμνησία, πράγμα πολύ επικίνδυνο γιατί κάτι τέτοιο, ιδιαίτερα στις εποχές που ζούμε, με φαινόμενα όπως η άνοδος της ακροδεξιάς, λόγω ακριβώς και των τεράστιων κοινωνικών ανισοτήτων, μπορεί να οδηγήσει σε δημιουργία συνθηκών ανόδου ολοκληρωτικών καθεστώτων, και προϋποθέσεων καταπίεσης και εξόντωσης ανθρώπων.

Δεν λέω ότι όλοι αυτοί/ές που ζητούν να ξεφύγουμε από την binary λογική των έμφυλων ταυτοτήτων ενσυνείδητα μεθοδεύουν κάτι τέτοιο. Όταν υπάρχουν, όμως, τόσο τεράστια συμφέροντα, οικονομικά, πολιτικά, πολιτισμικά, θρησκευτικά, και τόσο τεράστιες ανισότητες, οι οποίες διευρύνονται ολοένα και περισσότερο –ακόμα και στο λεγόμενο «δυτικό κόσμο»— με το να προωθούμε τρόπους σκέψης και ανάλυσης της πραγματικότητας που βασίζονται μόνο στη «ρευστότητα», δημιουργούμε, ασυνείδητα έστω, τις προϋποθέσεις κατίσχυσης αυταρχικού λόγου και άσκησης ολοκληρωτικής εξουσίας από κάποιες και κάποιους οι οποίες/οι έχουνε πολύ συγκεκριμένη (concrete) άποψη, στόχευση και στρατηγική για το πώς θα μας εκμεταλλευτούν και θα κερδίσουν από εμάς.

Εν τέλει, το να έχουμε σε δημόσια έγγραφα μια δυαδική (binary) ταξινόμηση ανάμεσα σε «αρσενικό» και «θηλυκό» ούτε εμένα ικανοποιεί. Παρόλα αυτά, αν δεν είμαστε έτοιμες/οι να δούμε μια άλλη ξεκάθαρη ταξινόμηση –η οποία, τονίζω και πάλι, θα έχει να κάνει μόνο με τον τρόπο αντιμετώπισης των πολιτών από μια οργανωμένη Πολιτεία, και όχι αναγκαστικά με τον αυτοπροσδιορισμό κάποιου/ας— τότε πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί/ές στο τι εκφράζουμε και πως το εκφράζουμε αυτό στο δημόσιο λόγο. Πάνω από όλα, πρέπει να αποφεύγουμε τη φανατική προσκόλληση σε διάφορα «καθεστώτα αλήθειας», τα οποία πολύ συχνά προσυπογράφουμε άκριτα όταν –υποτίθεται πως— αυτά έρχονται να αμφισβητήσουν παραδοσιακά συστήματα εξουσίας και καταπίεσης των ατομικών δικαιωμάτων, αλλά προβάλλονται στο δημόσιο λόγο με τρόπο που «προσπερνά» άλλα σημαντικά συλλογικά δικαιώματα. Ο φανατισμός, είτε βλέπει κάποιος το «δέντρο», είτε το «δάσος» υπήρξε πάντοτε πρόξενος πολλών δεινών για την ανθρωπότητα…

[1] Η λέξη «δημόσιο» εδώ δεν χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό, αλλά ως επίθετο. Δηλαδή, δεν αναφέρεται μόνο σε έγγραφα που συλλέγουν και αποθηκεύουν οι φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, αλλά σηματοδοτεί οτιδήποτε δημοσιοποιείται (διαμοιράζεται) ακόμα και σε ιδιωτικούς (επιχειρηματικούς ή μη) φορείς για τη διενέργεια συναλλαγών ή γενικότερα επικοινωνίας των ατόμων αυτών με τους συγκεκριμένους φορείς/οργανισμούς.

[2] Το νομικό πλαίσιο και στην Ελλάδα (βλ. Ν. 4491/2017) επιτρέπει σε έναν/μια να αλλάξει μέχρι και 2 φορές την «ταυτότητα φύλου» του/της, χωρίς να χρειαστεί να περάσει μέσα από μια επεμβατική διαδικασία αλλαγής φύλου.

[3] Φυσικά αυτό το πρόβλημα αυτό –που αναδεικνύει και ζητήματα κοινωνικής δικαιοσύνης— θα παρουσιαστεί και στην περίπτωση που το άτομο αυτό επιθυμεί να καταγραφεί ως «γυναίκα».

[4] Η ταξινόμηση ανάμεσα σε «αρσενικό» και «θηλυκό» βιολογικό φύλο βασίζεται σε συγκεκριμένα επιστημονικά κριτήρια και σαφή όρια (που βασίζονται στο γονότυπο και στο φαινότυπο ενός ατόμου), παρόλο που διαχρονικές εξελίξεις στην ιατρική επιστήμη και οι αλλαγές στην ιατρική τεχνολογία μπορεί διαχρονικά να προσαρμόζουν μερικώς αυτά τα όρια.

[5] Εδώ βέβαια παίζει ρόλο και η φιλοσοφική αντίληψη που κουβαλάει ο καθένας μέσα του, και έχει να κάνει με το πώς αντιμετωπίζει αυτό που λέμε «πραγματικότητα». Και εδώ υπάρχουν ρεύματα σκέψης από το θετικισμό μέχρι τη φαινομενολογία, από το νομιναλισμό μέχρι το μαρξισμό και τον κριτικό ρεαλισμό, κ.λπ.

Διαβάστε ακόμη

Στέλιος Κούτρης: Η ιστορία και η δράση για το λημέρι των κατασκόπων στην κοινότητα Μονολίθου

Αγαπητός Ξάνθης: H Γυναίκα της καρδιάς και της χρονιάς

Ελένη Κορωναίου: Ψυχρότητα ή σιωπηλή κραυγή;

Αργύρης Αργυριάδης: Οι 8 πληγές του κράτους δικαίου

Χρήστος Ροϊλός: Τα Επείγοντα στην Ελλάδα λειτουργούν σε συνθήκες μόνιμης κρίσης

Κοσμάς Σφυρίου: Κατάλυση της Δημοκρατίας, σαν σήμερα πριν 59 χρόνια

Ηλίας Καραβόλιας: Οραματιστές της αφθονίας

Γιάννης Παρασκευάς: Βιβλιοθήκη Ρόδιων συγγραφέων και λογοτεχνών