Σπύρος Γεραβέλης: Οι Αρχαιολογικοί χώροι ως Κιβωτοί βιοποικιλότητας καιη διαχείρισή τους

Σπύρος Γεραβέλης: Οι Αρχαιολογικοί χώροι ως Κιβωτοί βιοποικιλότητας καιη διαχείρισή τους

Σπύρος Γεραβέλης: Οι Αρχαιολογικοί χώροι ως Κιβωτοί βιοποικιλότητας καιη διαχείρισή τους

Rodiaki NewsRoom

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 192 ΦΟΡΕΣ

Γράφει ο Σπύρος Γεραβέλης
Γεωπόνος
Προϊστάμενος Διεύθυνσης Περιβάλλοντος
και Πρασίνου δήμου Ρόδου

Η βιοποικιλότητα - ο πλούτος της ζωής στη Γη - σήμερα δοκιμάζεται όσο ποτέ άλλοτε. Τα οικοσυστήματα, που για χιλιάδες χρόνια στήριζαν την ανθρώπινη ευημερία και την ισορροπία του πλανήτη, βρίσκονται υπό έντονη πίεση. Η απώλεια φυσικών ενδιαιτημάτων, η κλιματική αλλαγή, η ρύπανση και η υπερεκμετάλλευση των φυσικών πόρων οδηγούν σε έναν πρωτοφανή ρυθμό εξαφάνισης ειδών, επηρεάζοντας άμεσα την ποιότητα της ζωής μας, την υγεία, την τροφή και την οικονομία.

Η βιοποικιλότητα περιλαμβάνει τη γενετική ποικιλότητα εντός των ειδών, την ποικιλότητα μεταξύ των ειδών και την ποικιλότητα των οικοσυστημάτων. Η διατήρησή της αποτελεί προϋπόθεση για τη λειτουργία των οικοσυστημάτων, που παρέχουν καθαρό αέρα, γόνιμα εδάφη, νερό, τροφή και ρυθμίζουν το κλίμα. Η ανθρώπινη δραστηριότητα έχει αλλοιώσει περίπου το 75% της επιφάνειας της Γης, με μείωση των πληθυσμών σπονδυλωτών κατά 73% από το 1970, ενώ σχεδόν το ένα πέμπτο των ειδών των φυτών απειλούνται με εξαφάνιση. Στην Ελλάδα, το 21% των ειδών κινδυνεύει, κυρίως λόγω αλλαγών στη χρήση γης, πυρκαγιών, πλημμυρών και κατακερματισμού των βιότοπων.

Στο πλαίσιο αυτό, το αστικό πράσινο και ιδιαίτερα οι αρχαιολογικοί χώροι αποκτούν κρίσιμο ρόλο. Αν και οι πόλεις δεν μπορούν να αντικαταστήσουν τα φυσικά οικοσυστήματα μεγάλης κλίμακας, μπορούν να λειτουργήσουν ως συμπληρωματικά καταφύγια βιοποικιλότητας, φιλοξενώντας απειλούμενα ή σπάνια είδη. Πάρκα με φυσική βλάστηση, ρέματα, πράσινες στέγες και εγκαταλελειμμένα οικόπεδα δημιουργούν μικρά αλλά ζωτικά ενδιαιτήματα. Ιδιαίτερα στα νησιά, όπου η έκταση άγριας φύσης είναι περιορισμένηκαι ιδιαίτερα επιβαρυμένη, ενώ υπάρχουν και πολλά ενδημικά είδη, οι αρχαιολογικοί χώροι συχνά λειτουργούν ως κρίσιμες «νησίδες» φύσης.

Οι ελληνικοί αρχαιολογικοί χώροι καλύπτουν συνήθως μεγάλες εκτάσεις στον αστικό ιστό,σε σχέση με το υπόλοιπο αστικό πράσινο. Επίσης,σε αντίθεση με το διαμορφωμένο αστικό πράσινο πουκυριαρχείται από ξενικά φυτά και χλοοτάπητες και είναι οικολογικά φτωχό, οι αρχαιολογικοί χώροι διατηρούνται φυσικοίγια δεκαετίες ή αιώνες, προστατεύοντας ταυτόχρονα τη φυσική χλωρίδα και πανίδα. Οι διαχειριστές τους συχνά επιδιώκουν να διατηρούν ένα φυσικό τοπίο, καθιστώντας τους χώρους φιλόξενους για φυτά και ζώα.

Έρευνες όπως το έργο ΒΙΑΣ του υπουργείου Πολιτισμού με το ΕΚΠΑ και συνεργάτες κατέγραψαν σε 20 Αρχαιολογικούς χώρους 4.403 είδη σε έκταση μόλις 0,08% της ελληνικής επικράτειας, αποδεικνύοντας ότι ακόμη και μικρές εκτάσεις μπορούν να λειτουργούν ως καταφύγια βιοποικιλότητας.

«Οι αρχαιολογικοί χώροι μετατρέπονται σε κιβωτούς για τη διάσωση και προστασία της βιοποικιλότητας», λέει σε άρθρο του BBC[1] σχετικά το έργο ΒΙΑΣ η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη.

Η μελέτη έδειξε ότι σε χώρους όπως ο Μυστράς και η Φαιστός, οι πληθυσμοί ζώων είναι συχνά πυκνότεροι από ό,τι στις γύρω περιοχές, ενώ φυτά που μεταφέρθηκαν από άλλες περιοχές κατά τη Ρωμαϊκή ή Βυζαντινή εποχή συνυπάρχουν με αυτοφυή είδη, δημιουργώντας ένα πολιτιστικό τοπίο όπου η φύση και ο άνθρωπος συνυπάρχουν. Όπως σημειώνει ο καθηγητής Παναγιώτης Παφίλης: «Η φύση είναι λειτουργικό μέρος του αρχαιολογικού τοπίου. Η λέξη-κλειδί εδώ είναι το τοπίο, όχι απλώς ένας αρχαιολογικός χώρος ή ένα οικοσύστημα».

Η έννοια του «πολιτιστικού τοπίου», όπως έχει αναδειχθεί και από την UNESCO, προσφέρει μια βαθύτερη και πιο ουσιαστική εμπειρία στον επισκέπτη, καθώς τον καλεί να αντιληφθεί τον αρχαιολογικό χώρο όχι ως ένα απομονωμένο μνημείο, αλλά ως ένα ζωντανό περιβάλλον όπου η φύση και η ανθρώπινη ιστορία συνυφαίνονται. Η παρουσία της βλάστησης, των ήχων, των αρωμάτων, των εποχικών μεταβολών και της πανίδας ενισχύει την αίσθηση του «τόπου» και δημιουργεί μια πολυαισθητηριακή εμπειρία, που ευνοεί τη σύνδεση, τη μάθηση και τη συναισθηματική εμπλοκή.

Στη πόλη της Ρόδου, οι αρχαιολογικοί χώροι όπως το Ροδίνι, το Αρχαίο Στάδιο και η Τάφρος, αλλά και οι δεκάδες μικρότεροι διάσπαρτοι στην πόλη, φιλοξενούν πληθώρα οικοτόπων: δάση, λιβάδια, φρύγανα, υγροτόπους και βραχώδεις περιοχές. Αυτοί οι χώροι αποτελούν μικρές αλλά σημαντικές νησίδες βιοποικιλότητας μέσα στον αστικό ιστό, φιλοξενώντας σπάνια προστατευόμενα είδη όπως η νεροχελώνα, το χέλι και το ενδημικό γκιζάνι της Ρόδου, ενώ ταυτόχρονα παρέχουν καταφύγιο για πουλιά, μικρά θηλαστικά και έντομα.

Η προστασία της βιοποικιλότητας δεν είναι κάτι που χρειάζεται μόνο μεγάλα έργα και χρηματοδοτήσεις. Ξεκινά από τις καθημερινές μας πρακτικές μέσα στις πόλεις μας.Η διαχείριση του πρασίνου στους αρχαιολογικούς χώρους θαπρέπει να ακολουθεί οικολογικά υπεύθυνες πρακτικές σεβόμενη τους ρυθμούς της φύσης.

Το πιο κρίσιμο χρονικόσημείο είναι η Άνοιξη, όταν φυτά ανθίζουν, έντομα αναπαράγονται και αποδημητικά πουλιά επιστρέφουν. Η συνήθης πρώιμη και εκτεταμένη κοπή της βλάστησης καταστρέφει αυτά τα οικοσυστήματα, οδηγώντας σε απώλεια τροφής και καταφυγίωνκαι μείωση ειδών. Οι διεθνείςσυστάσεις για τη διαχείριση της βλάστησης στους αρχαιολογικούς χώρους, εστιάζουν σε πρακτικές που αποσκοπούν τόσο στην προστασία και ανάδειξη των μνημείων όσο και στην προστασία της βιοποικιλότητας:

  • Καθυστέρηση του κουρέματος έως τέλη Μαΐου ή μέσα Ιουνίου, για να ολοκληρωθεί η ανθοφορία.
  • Επιλεκτική κοπή μόνο για λόγους ασφαλείας ή προσβασιμότητας.
  • Διαρκής φροντίδα.
  • Διατήρηση τμημάτων άθικτης φυσικής βλάστησης ως μικροκαταφύγια.
  • Φυτεύσεις ιθαγενών φυτών,τα οποία προσφέρουν τροφή και καταφύγιο.
  • Απομάκρυνση χωροκατακτητικών ειδών.
  • Μείωση φωτορύπανσης για προστασία της πανίδας.

Η οικολογική διαχείριση δεν είναι μόνο πράξη ευθύνης για τη φύση αλλά και πολιτιστικής συνείδησης και συμμόρφωση με τις σύγχρονες κατευθύνσεις της περιβαλλοντικής πολιτικής,ενσωματώνοντας την προστασία της βιοποικιλότητας στην κύρια αποστολή των αρχαιολογικών χώρων. Οι πολιτικές της Ε.Ε., όπως η Στρατηγική Βιοποικιλότητας 2030, καθώς και η ελληνική νομοθεσία, προωθούν την ανάγκη διατήρησης των οικοτόπων, ειδικά κατά την περίοδο αναπαραγωγής.

Η αντίληψη των μνημείων και των αρχαιολογικών χώρων, τόσο από το κράτος όσο και από τους πολίτες, ως ζωντανών πολιτιστικών τοπίων - όχι αποστειρωμένων, αλλά άρρηκτα συνδεδεμένων με το φυσικό περιβάλλον και τον άνθρωπο - αποτελεί τον μόνο τρόπο για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική εφαρμογή των παραπάνω μέτρων.

Οι αρχαιολογικοί χώροι, μικροί ή μεγάλοι, δεν αποτελούν μόνο φορείς ιστορίας αλλά και ζωντανά οικοσυστήματα. Η φροντίδα τους με σεβασμό στους φυσικούς κύκλους σημαίνει: προστασία της βιοποικιλότητας, σεβασμό στην πολιτιστική κληρονομιά βασισμένη στις αρχές του «πολιτιστικού τοπίου», αλλά και συμμόρφωση με τις σύγχρονες περιβαλλοντικές πολιτικές.


[1]https://www.bbc.com/future/article/20260107-the-ancient-greek-ruins-harbouring-rare-animals

Διαβάστε ακόμη

Γιάννης Σαμαρτζής: Τα Δίδυμα Ελλείμματα: Ο πρώην «εφιάλτης» της ελληνικής οικονομίας

Στέλιος Κούτρης: Η ιστορία και η δράση για το λημέρι των κατασκόπων στην κοινότητα Μονολίθου

Αγαπητός Ξάνθης: H Γυναίκα της καρδιάς και της χρονιάς

Ελένη Κορωναίου: Ψυχρότητα ή σιωπηλή κραυγή;

Αργύρης Αργυριάδης: Οι 8 πληγές του κράτους δικαίου

Χρήστος Ροϊλός: Τα Επείγοντα στην Ελλάδα λειτουργούν σε συνθήκες μόνιμης κρίσης

Κοσμάς Σφυρίου: Κατάλυση της Δημοκρατίας, σαν σήμερα πριν 59 χρόνια

Ηλίας Καραβόλιας: Οραματιστές της αφθονίας