Ιωάννης Β. Βασιλάκης: Η λογοκρισία στα Δωδεκάνησα και τη «ΡΟΔΙΑΚΗ» τον Μάιο του 1923
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 128 ΦΟΡΕΣ
Γράφει ο Ιωάννης Β. Βασιλάκης

«Όταν η Ροδιακή τύπωσε τη σιωπή - Λογοκρισία στα Δωδεκάνησα τον Μάιο του 1923»
Υπάρχουν ιστορικά τεκμήρια που μιλούν όχι μέσα από όσα γράφουν, αλλά μέσα από όσα εξαναγκάστηκαν να αποσιωπήσουν. Στην κατοχή μου βρίσκεται ένα φύλλο της ελληνικής εφημερίδας «Ροδιακή», με ημερομηνία 17 Μαΐου 1923. Το πρωτοσέλιδό του υπάρχει. Ο τίτλος της εφημερίδας, οι ειδήσεις, τα τηλεγραφήματα της ημέρας βρίσκονται στη θέση τους. Και όμως, στο σώμα της σελίδας απλώνεται ένα εκτεταμένο λευκό κενό. Όχι αποτέλεσμα φθοράς ή απώλειας. Όχι χαρτί που έμεινε ατύπωτο από αμέλεια. Είναι ένα κενό που τυπώθηκε. Μια σιωπή που απέκτησε υλική υπόσταση πάνω στο χαρτί. Και αυτή η λευκή περιοχή αποτελεί ίσως ένα από τα πιο εύγλωττα ντοκουμέντα της νεότερης ιστορίας των Δωδεκανήσων.
Διότι εδώ δεν έχουμε απλώς ένα περιστατικό λογοκρισίας. Έχουμε κάτι βαθύτερο: τη στιγμή όπου η ίδια η λογοκρισία αποτυπώθηκε δημόσια ως ιστορικό ίχνος και, ταυτόχρονα, τη στιγμή όπου μια εφημερίδα αρνήθηκε να συγκαλύψει τη φίμωσή της. Η εύκολη λύση θα ήταν άλλη. Το απαγορευμένο κείμενο θα μπορούσε να αντικατασταθεί από κάποια αδιάφορη είδηση, από μια ανώδυνη ανακοίνωση, από οποιαδήποτε ύλη θα επέτρεπε στην έκδοση να εμφανιστεί ως απολύτως κανονική. Η «Ροδιακή» δεν το έκανε. Δεν κάλυψε το κενό με άλλη ύλη. Δεν το έκρυψε πίσω από διαφημίσεις ή συμπληρωματικά κείμενα. Δεν προσποιήθηκε ότι τίποτε δεν συνέβη. Επέλεξε να αφήσει τη σιωπή ορατή. Να εκθέσει τη λογοκρισία αντί να τη συγκαλύψει. Και έτσι το κενό έπαψε να είναι απουσία , έγινε μαρτυρία.
Γιατί η λογοκρισία, όταν αισθάνεται πανίσχυρη, δεν επιδιώκει μόνο να αφαιρέσει τον λόγο· επιθυμεί να εξαφανίσει και το ίχνος της παρέμβασής της. Δεν θέλει απλώς να σιωπήσει μια φωνή. Θέλει να διαγράψει ακόμη και τη μνήμη ότι η φωνή υπήρξε. Το λευκό πρωτοσέλιδο της «Ροδιακής» ανέτρεψε ακριβώς αυτόν τον μηχανισμό. Μετέτρεψε την επιβολή σε μαρτυρία. Τη φίμωση σε καταγγελία. Τη σιωπή σε δημόσιο γεγονός.
Η στιγμή δεν ήταν τυχαία. Ο Μάιος του 1923 υπήρξε μία από εκείνες τις πυκνές ιστορικές ώρες όπου τα έθνη αντιλαμβάνονται ότι το μέλλον τους γράφεται χωρίς τα ίδια. Η Μικρασιατική Καταστροφή είχε ήδη ανατρέψει βίαια τις ισορροπίες της Ανατολικής Μεσογείου. Η Συνθήκη των Σεβρών είχε καταστεί κενό γράμμα. Στη Λωζάνη εξελισσόταν η διαπραγμάτευση που θα ανασχεδίαζε τον χάρτη της περιοχής όχι με τη γλώσσα της δικαιοσύνης, αλλά με τη γλώσσα της ισχύος. Και όταν, στις 24 Ιουλίου 1923, υπογράφηκε η νέα συνθήκη, η πραγματικότητα σφραγίστηκε: τα Δωδεκάνησα παρέμεναν οριστικά υπό ιταλική κυριαρχία, χωρίς ούτε προσχηματική αναφορά στο δικαίωμα αυτοδιάθεσης των κατοίκων τους.
Για τους Δωδεκανησίους, αυτό δεν ήταν μια διπλωματική διευθέτηση. Ήταν ιστορική διάψευση. Ένας ελληνικός πληθυσμός με ακέραιη εθνική συνείδηση έβλεπε την τύχη του να αποφασίζεται ερήμην του. Και σε τέτοιες στιγμές, μια εφημερίδα παύει να είναι απλό έντυπο. Γίνεται δημόσια ύπαρξη. Η καθημερινή απόδειξη ότι μια κοινωνία εξακολουθεί να σκέφτεται, να συνομιλεί με τον εαυτό της, να διατηρεί τη μνήμη και την αξιοπρέπειά της.

Γι’ αυτό και κάθε αυταρχική εξουσία γνωρίζει τη δύναμη της ελεύθερης λέξης. Δεν φοβάται το χαρτί, φοβάται αυτό που γεννιέται μέσα από αυτό. Οι λέξεις δεν καταλαμβάνουν εδάφη. Καταλαμβάνουν συνειδήσεις. Και οι εξουσίες που βασίζονται στην επιβολή κατανοούν πάντοτε καλύτερα από πολλούς άλλους πόσο επικίνδυνο μπορεί να αποδειχθεί αυτό.
Το 1923 ο Μουσολίνι είχε ήδη εγκατασταθεί στην εξουσία. Ο φασισμός δεν εμφανίζεται πρώτα με τις παρελάσεις του, αλλά με την καχυποψία απέναντι στην ανεξάρτητη σκέψη και με την αξίωση να ελέγχεται όχι μόνο τι λέγεται, αλλά ακόμη και το δικαίωμα να ειπωθεί. Και έτσι, εκείνη τη μέρα στη Ρόδο, η σιωπή έγινε πρωτοσέλιδο.
Δεν γνωρίζουμε ποιο ακριβώς κείμενο δεν επετράπη να δημοσιευθεί. Ίσως να μη το μάθουμε ποτέ. Όμως η ουσία βρίσκεται αλλού. Η ίδια η λευκή σελίδα είναι το μήνυμα. Μας λέει ότι υπήρξαν λέξεις που θεωρήθηκαν επικίνδυνες. Μας λέει ότι μια κατοχική εξουσία φοβήθηκε τον δημόσιο λόγο μιας μικρής νησιωτικής κοινωνίας. Και, ακόμη σημαντικότερο, μας λέει ότι υπήρξε μια εφημερίδα που αρνήθηκε να συνεργήσει στην απόκρυψη αυτής της πράξης.
Σήμερα, έναν αιώνα αργότερα, το φύλλο αυτό που διασώζεται στη συλλογή του γράφοντος δεν αποτελεί απλώς ένα σπάνιο δημοσιογραφικό τεκμήριο. Αποτελεί υλική απόδειξη ότι ακόμη και όταν ο λόγος φιμώνεται, η ίδια η φίμωση αφήνει πίσω της ίχνη που ο χρόνος αδυνατεί να σβήσει.
Έναν αιώνα αργότερα, εκείνη η λευκή περιοχή του πρωτοσέλιδου δεν αποτελεί μνημείο της ισχύος της λογοκρισίας, αλλά της αδυναμίας της. Διότι οι εξουσίες που φοβούνται τις λέξεις ομολογούν, χωρίς να το θέλουν, τον φόβο τους απέναντι στην ελευθερία. Εκείνοι που επέβαλαν τη σιωπή ανήκουν πλέον στην ιστορία. Η «Ροδιακή» όμως παραμένει.
Και ίσως αυτή να είναι η βαθύτερη δικαιοσύνη του χρόνου.
Διότι εκείνη η σελίδα δεν είναι κενή.
Είναι γεμάτη από τις λέξεις που κάποιοι φοβήθηκαν — και από την αξιοπρέπεια μιας εφημερίδας που επέλεξε να τις αφήσει να ακουστούν μέσα από τη σιωπή τους
Νέα Σμύρνη, 29 Μαΐου 2026
Ιωάννης Β. Βασιλάκης

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News