Γιάννης Σαμαρτζής: Χαμηλή παραγωγικότητα και επενδυτικό κενό: Η θέση της Ελλάδας στην ευρωπαϊκή κατάταξη
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 81 ΦΟΡΕΣ
Γράφει ο Γιάννης Σαμαρτζής
Οικονομολόγος
Η παραγωγικότητα αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες που καθορίζουν την οικονομική ανάπτυξη και την ευημερία μιας χώρας. Όταν οι εργαζόμενοι και οι επιχειρήσεις παράγουν περισσότερα αγαθά και υπηρεσίες με τους ίδιους ή λιγότερους πόρους, αυξάνεται το εισόδημα, ενισχύεται η ανταγωνιστικότητα και δημιουργούνται νέες ευκαιρίες απασχόλησης. Ωστόσο, πολλές οικονομίες αντιμετωπίζουν το φαινόμενο της χαμηλής παραγωγικότητας, το οποίο συνδέεται στενά με το επενδυτικό κενό. Η σχέση αυτή δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο που δυσκολεύει τη βιώσιμη ανάπτυξη.
Η χαμηλή παραγωγικότητα
Η παραγωγικότητα εκφράζει την αποτελεσματικότητα με την οποία χρησιμοποιούνται οι συντελεστές παραγωγής, όπως η εργασία, το κεφάλαιο, το έδαφος και η τεχνολογία. Χαμηλή παραγωγικότητα σημαίνει ότι η παραγωγή ανά εργαζόμενο ή ανά ώρα εργασίας αυξάνεται με αργούς ρυθμούς ή παραμένει στάσιμη.
Οι βασικές αιτίες της χαμηλής παραγωγικότητας περιλαμβάνουν:
- την περιορισμένη χρήση νέων τεχνολογιών,
- τις ανεπαρκείς επενδύσεις σε εξοπλισμό και υποδομές,
- την έλλειψη καινοτομίας και έρευνας,
- τις χαμηλές δεξιότητες του ανθρώπινου δυναμικού,
- τη γραφειοκρατία και τις θεσμικές αδυναμίες.
Η χαμηλή παραγωγικότητα έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων, τη συγκράτηση των μισθών και την επιβράδυνση της οικονομικής ανάπτυξης.
Το επενδυτικό κενό
Το επενδυτικό κενό αναφέρεται στη διαφορά μεταξύ του επιθυμητού και του πραγματικού επιπέδου επενδύσεων σε μια οικονομία. Όταν οι επιχειρήσεις και το κράτος επενδύουν λιγότερο από όσο απαιτείται για την ανανέωση του παραγωγικού εξοπλισμού, την ανάπτυξη νέων τεχνολογιών και τη βελτίωση των υποδομών, δημιουργείται επενδυτικό έλλειμμα.
Οι κυριότεροι παράγοντες που προκαλούν το επενδυτικό κενό είναι:
- η οικονομική αβεβαιότητα,
- η δυσκολία πρόσβασης σε χρηματοδότηση,
- τα υψηλά επιτόκια,
- η φορολογική αστάθεια,
- οι χρονοβόρες διοικητικές διαδικασίες,
- η περιορισμένη εμπιστοσύνη των επενδυτών.
Η έλλειψη επενδύσεων εμποδίζει τον εκσυγχρονισμό των επιχειρήσεων και περιορίζει την εισαγωγή καινοτόμων τεχνολογιών.
Η σχέση μεταξύ χαμηλής παραγωγικότητας και επενδυτικού κενού
Η χαμηλή παραγωγικότητα και το επενδυτικό κενό συνδέονται άμεσα και αλληλοτροφοδοτούνται. Από τη μία πλευρά, οι χαμηλές επενδύσεις οδηγούν σε παρωχημένο τεχνολογικό εξοπλισμό, μειωμένη καινοτομία και χαμηλή αποδοτικότητα των επιχειρήσεων. Από την άλλη πλευρά, η χαμηλή παραγωγικότητα περιορίζει την κερδοφορία των επιχειρήσεων, μειώνοντας τα διαθέσιμα κεφάλαια για νέες επενδύσεις.
Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος:
- λίγες επενδύσεις,
- χαμηλή παραγωγικότητα,
- περιορισμένη οικονομική ανάπτυξη,
- μειωμένα εισοδήματα και κέρδη,
- ακόμη χαμηλότερες επενδύσεις.
Η κατάσταση αυτή δυσκολεύει την αύξηση της ανταγωνιστικότητας μιας οικονομίας και την προσέλκυση νέων επενδύσεων από το εξωτερικό.
Η περίπτωση της Ελλάδας
Η ελληνική οικονομία αντιμετώπισε έντονο επενδυτικό κενό μετά την οικονομική κρίση της προηγούμενης δεκαετίας. Η σημαντική μείωση των δημόσιων και ιδιωτικών επενδύσεων οδήγησε σε επιβράδυνση του εκσυγχρονισμού των επιχειρήσεων και σε χαμηλή αύξηση της παραγωγικότητας εργασίας.
Η παραγωγικότητα εργασίας μετρά την αξία ή το πλήθος των αγαθών και υπηρεσιών που παράγονται ανά μονάδα χρόνου (π.χ. ανά ώρα εργασίας). Ο υπολογισμός βασίζεται στη μαθηματική σχέση:
Παραγωγικότητα = Συνολική παραγωγικότητα (εκροές): Συνολικές ροές εργαζομένων (εισροές)
Δηλαδή, η παραγωγικότητα υπολογίζεται, διαιρώντας το παραγόμενο προϊόν (π.χ. το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) με τον αριθμό των εργαζομένων ή τις ώρες εργασίας.
Αποτελεί βασικό δείκτη ανάπτυξης διεθνώς, με την Ελλάδα να υπολείπεται σημαντικά του ευρωπαϊκού μέσου όρου και να καταλαμβάνει την τελευταια θέση το 2024, επηρεάζοντας το βιοτικό επίπεδο της χωρας και τους μισθούς. Βελτιώνεται, ωστόσο, με την εκπαίδευση και την τεχνολογία.
Παρά την αύξηση της απασχόλησης και των ρυθμών ανάπτυξης στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια, η βελτίωση της παραγωγικότητας είναι σχετικά αργή, γεγονός που περιορίζει τη μακροπρόθεσμη αύξηση των μισθών και του βιοτικού επιπέδου.
Για να ξεπεραστεί η παγίδα της χαμηλής παραγωγικότητας απαιτείται ένα ολοκληρωμένο σχέδιο πολιτικής που θα περιλαμβάνει:
- αύξηση των δημόσιων και ιδιωτικών επενδύσεων,
- ενίσχυση της έρευνας, της τεχνολογίας και της καινοτομίας,
- βελτίωση της πρόσβασης των επιχειρήσεων σε χρηματοδότηση,
- απλοποίηση των διοικητικών διαδικασιών και σταθερό φορολογικό πλαίσιο,
- επενδύσεις στην εκπαίδευση και στη διαρκή κατάρτιση των εργαζομένων,
- στήριξη της ψηφιακής και πράσινης μετάβασης.
- ευνοϊκά φορολογικά και εργασιακά προγράμματα, που να συμβάλλουν στην αύξηση του μεγέθους των μικρών επιχειρήσεων, οι οποίες αντιπροσωπεύουν το 90% περίπου του συνόλου και, επομένως, δυσκολεύουν την πραγματοποίηση μεγάλων παραγωγικών επενδύσεων.
Οι παρεμβάσεις αυτές μπορούν να αυξήσουν την παραγωγικότητα, να ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητα και να δημιουργήσουν νέες, ποιοτικές θέσεις εργασίας με υψηλότερες αποδοχές.
Ένα από τα βασικά προβλήματα της χώρας μας αποτελεί το επενδυτικό κενό. Κατά τη διάρκεια της κρίσης, οι ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου μειώθηκαν δραστικά και, παρότι παρουσιάζουν ανάκαμψη, εξακολουθούν να υπολείπονται του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως ποσοστό του ΑΕΠ. Η περιορισμένη επενδυτική δραστηριότητα επηρεάζει αρνητικά την παραγωγικότητα, καθώς οι επιχειρήσεις δυσκολεύονται να επενδύσουν σε νέες τεχνολογίες, αυτοματοποίηση, έρευνα και καινοτομία.
Ένα ακόμη πρόβλημα είναι ότι, η ελληνική οικονομία χαρακτηρίζεται από μεγάλο αριθμό μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων, κυρίως οικογενειακών, οι οποίες συχνά διαθέτουν περιορισμένη πρόσβαση σε χρηματοδότηση και δυσκολεύονται να πραγματοποιήσουν σημαντικές επενδύσεις σε τεχνολογικό εξοπλισμό και καινοτομία.
Επιπλέον, η γραφειοκρατία, οι καθυστερήσεις στην απονομή της δικαιοσύνης και οι δυσκολίες αδειοδότησης εξακολουθούν να λειτουργούν αποτρεπτικά για νέες παραγωγικές επενδύσεις.
Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια παρατηρείται σταδιακή βελτίωση του επενδυτικού κλίματος κυρίως, μέσω της αξιοποίησης των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι πόροι αυτοί χρηματοδότησαν έργα ψηφιακού μετασχηματισμού, πράσινης ανάπτυξης, ενεργειακών υποδομών και εκσυγχρονισμού των επιχειρήσεων.
Παρόλα αυτά, σύμφωνα με τον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), η Ελλάδα εξακολουθεί να χρειάζεται περισσότερες παραγωγικές επενδύσεις για να καλύψει το επενδυτικό κενό των 100 δισ. περίπου που δημιουργήθηκε κατά την περίοδο της κρίσης, ώστε να επιτύχει αύξηση της παραγωγικότητας και των εισοδημάτων.
Κατά συνέπεια, η μείωση του επενδυτικού κενού αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη βελτίωση της παραγωγικότητας της ελληνικής οικονομίας.
Συνοψίζοντας, το επενδυτικό κενό και η χαμηλή παραγωγικότητα αποτελούν δύο αλληλένδετα προβλήματα που επηρεάζουν καθοριστικά την αναπτυξιακή πορεία της Ελλάδας. Η πολυετής οικονομική κρίση άφησε πίσω της ένα σημαντικό έλλειμμα επενδύσεων το οποίο περιόρισε τον εκσυγχρονισμό των επιχειρήσεων, την αξιοποίηση της τεχνολογίας και τη δυνατότητα δημιουργίας υψηλής προστιθέμενης αξίας στην οικονομία.
‘Ομως, παρά τη βελτίωση των τελευταίων ετών, η χώρα εξακολουθεί να βρίσκεται αντιμέτωπη με την ανάγκη να αυξήσει τις παραγωγικές επενδύσεις και να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητά της σε ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο διεθνές περιβάλλον.
Η αντιμετώπιση του επενδυτικού κενού δεν είναι μόνο οικονομικό ζήτημα, αλλά αποτελεί ταυτόχρονα κοινωνική και εθνική προτεραιότητα. Η προσέλκυση επενδύσεων, η στήριξη της καινοτομίας, η αναβάθμιση των υποδομών, η βελτίωση της δημόσιας διοίκησης και η επένδυση στο ανθρώπινο κεφάλαιο, μπορούν να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις για ένα νέο παραγωγικό μοντέλο ανάπτυξης. Ένα μοντέλο που θα στηρίζεται στη γνώση, στην τεχνολογία, στην εξωστρέφεια και στη βιώσιμη αξιοποίηση των πόρων της χώρας.
Τελικά, η έξοδος από την παγίδα της χαμηλής παραγωγικότητας απαιτεί συνέπεια, στρατηγικό σχεδιασμό και συνεργασία κράτους, επιχειρήσεων και κοινωνίας. Η ενίσχυση των επενδύσεων δεν αποτελεί απλώς έναν οικονομικό στόχο, αλλά τη βασική προϋπόθεση για μια ισχυρή, ανταγωνιστική και κοινωνικά δίκαιη Ελλάδα, ικανή να ανταποκριθεί στις προκλήσεις του μέλλοντος και να εξασφαλίσει σταθερή ευημερία για τις επόμενες γενιές.
Παραθέτουμε τον πίνακα παραγωγικότητας ανά ώρα εργασίας, δηλαδή ΑΕΠ σε Μονάδες Αγοραστικής Δύναμης (PPS) στις χώρες της ΕΕ του 2024. Στον πίνακα. δεν υπάρχουν στοιχεία του 2024 για τη Μάλτα και την Κύπρο, η οποία το 2023 ήταν στο 78,2%.
ΠΙΝΑΚΑΣ
Παραγωγικότητα ανά ώρα εργασίας του 2024 (ΑΕΠ σε PPS),
EE-27 =100
|
Θέση |
Χώρα |
Παραγωγικότητα |
|
1 |
Ιρλανδία |
≈210 |
|
2 |
Λουξεμβούργο |
≈156 |
|
3 |
Βέλγιο |
≈134 |
|
4 |
Δανία |
≈115 |
|
5 |
Ολλανδία |
≈113 |
|
6 |
Γερμανία |
≈112 |
|
7 |
Αυστρία |
≈112 |
|
8 |
Σουηδία |
≈106 |
|
9 |
Γαλλία |
≈107 |
|
10 |
Φινλανδία |
≈102 |
|
11 |
Ιταλία |
≈99 |
|
12 |
Ισπανία |
≈96 |
|
13 |
Σλοβενία |
≈85 |
|
14 |
Τσεχία |
≈79 |
|
15 |
Ρουμανία |
≈78 |
|
16 |
Σλοβακία |
≈77 |
|
17 |
Πορτογαλία |
≈75 |
|
18 |
Ουγγαρία |
≈74 |
|
19 |
Κροατία |
≈69 |
|
20 |
Λιθουανία |
≈70 |
|
21 |
Εσθονία |
≈68 |
|
22 |
Πολωνία |
≈67 |
|
23 |
Λετονία |
≈64 |
|
24 |
Βουλγαρία |
≈59 |
|
25 |
Ελλάδα |
≈55
|
Τι σημαίνει η τελευταία θέση για την Ελλάδα
Με την EE=100, η Ελλάδα βρίσκεται περίπου στο 55%.
Δηλαδή:
Για κάθε 100 μονάδες παραγωγής ανά ώρα του μέσου εργαζομένου στην ΕΕ, η αντίστοιχη ελληνική οικονομία παράγει περίπου 55 μονάδες.
Και αυτός είναι ο βασικός λόγος που οι ελληνικοί μισθοί είναι τόσο χαμηλότεροι από της Γερμανίας, Γαλλίας κ.λπ. — όχι ο μοναδικός, αλλά είναι ένας πολύ σημαντικός.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιβεβαιώνει ότι η ελληνική παραγωγικότητα παραμένει από τις χαμηλότερες στην ΕΕ και συνδέει το χάσμα με τη μεγάλη παρουσία πολύ μικρών επιχειρήσεων, κυρίως οικογενειακών, και τη συγκέντρωση σε κλάδους χαμηλότερης παραγωγικότητας.
Επίσης, η Eurostat επιβεβαιώνει ότι, αυτός ο δείκτης (σε Μονάδες Αγοραστικής Δύναμης - PPS) εξαλείφει τη διαφορά στις ώρες εργασίας μεταξύ χωρών.

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News