Το ζήτημα της εκκλησίας που τόσο απασχόλησε το Ροδιακό λαό στα τέλη του περασμένου αιώνα και στις αρχές αυτού που διανύουμε, όταν επίμονα ζήτησε να ανοίξει και να τελεσθεί Θεία Λειτουργία. Το 1960 ζητήθηκε η βοήθεια από την τότε βασίλισσα Φρειδερίκη.
Είναι ντοκουμέντο. Αναφερόμαστε στο ζήτημα της εκκλησίας της Παναγιάς του Κάστρου, που τόσο απασχόλησε το Ροδιακό λαό στα τέλη του περασμένου αιώνα και στις αρχές αυτού που διανύουμε, όταν επίμονα ζήτησε να ανοίξει και να τελεσθεί Θεία Λειτουργία.
Είναι γνωστές οι ενέργειες και οι προσπάθειες του τότε πρωτοσύγκελου της Ιεράς Μητροπόλεως Ρόδου και νυν μητροπολίτης Καλύμνου-Λέρου και Αστυπάλαιας κ.κ. Παΐσιου, αλλά βρήκαν την άρνηση των αρμοδίων αρχαιολογικών Αρχών.
Σήμερα αποκαλύπτουμε, οι ίδιες υπηρεσίες πολλά χρόνια πριν και συγκεκριμένα το 1960, απευθύνθηκαν στη Μεγάλη Κυρία της Αυλής και ζήτησαν τη βοήθειά της να θέσει υπόψη της Αυτής Μεγαλειότητας, της τότε βασίλισσας Φρειδερίκης, το θέμα των εκκλησιών της Παλαιάς Πόλεως Ρόδου.
Το έγγραφο αποστέλλεται από την Υπηρεσία Αρχαιοτήτων και Αναστηλώσεων-Υπουργείο Προεδρίας της Κυβερνήσεως, με αριθμό πρωτ. 9602 και ημερομηνία 13 Δεκεμβρίου 1960 με αποδέκτη τη Μεγάλη Κυρίαν της Αυλής και γράφει μεταξύ άλλων: «Επί της υπ αριθμ. 277751/30648/30649 από 8.12.60 υμετέρας, παρακαλούμεν
»Είναι γνωστή εις την ημετέραν Υπηρεσίαν η ανεπάρκεια των δύο μικρών εκκλησιών της Παλαιάς Πόλεως, εις τας οποίας πρέπει να εκκλησιάζηται μέγας αριθμός πιστών ανερχόμενος εις οκτώ χιλιάδας περίπου. Δια να διευκολύνη, μάλιστα τον εκκλησιασμόν αυτών ο οποίος προ τινων ετών έπρεπε να γίνεται εις την μίαν μόνον των εκκλησιών, η ημετέρα Υπηρεσία προέβη δι εξόδων της εις την επισκευήν της δευτέρας.
Οπωσδήποτε, αι δύο ευρισκόμεναι σήμερον υπό λατρείαν εκκλησίαι, ήτοι η εκκλησία του Αγίου Φανουρίου και η εκκλησία του Αγίου Παντελεήμονος, είναι αμφότεραι βυζαντινά μνημεία, μη επιδεχόμενα διεύρυνσιν ή άλλην μεταβολήν.
Το πρόβλημα του εκκλησιασμού των κατοίκων της Παλαιάς Πόλεως, πρέπει να αντιμετωπισθή άλλως. Συγκεκριμένως, η υπηρεσία ημών είναι εις θέσιν ν αποκαταστήση ταχύτατα δύο άλλα βυζαντινά μνημεία, ήτοι την μεσαιωνικήν Μητρόπολιν της Ρόδου (Παναγία του Κάστρου) και ετέραν βυζαντινήν εκκλησία της Εβραϊκής συνοικίας, ονομαζομένην συνήθως ʼγιος Γεώργιος.
Αμφότεραι αι εκκλησίαι αύται, ως εκ του μεγέθους των, είναι δυνατόν να επαρκέσουν διά τον εκκλησιασμόν των κατοίκων της παλαιάς πόλεως. Εν τοιαύτη περιπτώσει θα απηλλάσσετο και η εκκλησία του Αγίου Φανουρίου της συχνής ενοριακής χρήσεώς της, η οποία είναι βλαβερά διά τας σπουδαιοτάτας τοιχογραφίας της.
Το όλον θέμα, όμως, των υπό αποκατάστασιν εκκλησιών έχει από τινος χρόνου επιβραδυνθή διότι αι εκκλησίαι αύται αποτελούν ιδιοκτησίαν του μουσουλμανικού βακούφ, την δε υπόθεσιν ανέλαβεν το υπουργείον Εξωτερικών. Σχετικώς η υπηρεσία ημών νομίζει, ότι είναι δυνατόν να πραγματοποιηθή τοιαύτη ρύθμισις διά της παροχής οικονομικών ανταλλαγμάτων εις το βακούφ, διά το οποίον αι ειρημέναι εκκλησίαι είναι άχρηστοι.
Ίσως είναι αναγκαία η επί του προκειμένου εκδήλωσις του ιδιαιτέρου ενδιαφέροντος της Αυτού Μεγαλειότητος προς το υπουργείον Εξωτερικών διά την επιτάχυνσιν της ρυθμίσεως του θέματος, η οποία θα είχεν ως αποτέλεσμα, όχι μόνον την λύσιν του προβλήματος, του εκκλησιασμού των κατοίκων της Παλαιάς Πόλεως Ρόδου, αλλά και την διάσωσιν και αποκατάστασιν λαμπρών μνημείων, ως είναι η μεσαιωνική Μητρόπολις της Ρόδου και η ετέρα σημειουμένη εκκλησία ».
Η κυρία επί των τιμών της βασίλισσας Φρειδερίκης, Μαίρη Χ. Καρόλου αποτάθηκε στον ίδιο τον υπουργό των Εξωτερικών Ευάγγελο Αβέρωφ-Τοσίτσα, στις 7 Ιανουαρίου 1961, και θερμώς τον παρακαλεί να την πληροφορήσει πώς έχει η όλη υπόθεση γιατί ενδιαφέρεται προσωπικά η βασίλισσα.
Η απάντηση καθυστέρησε-μας πήρε σχεδόν ένα χρόνο-γιατί περίμεναν απάντηση από τον τότε νομάρχη Δωδεκανήσου Ανδρέα Ιωάννου. Την απάντηση υπογράφει ο πρεσβευτής Χ. Ξανθόπουλος-Παλαμάς (1902-1977) ο οποίος μεταξύ άλλων γράφει ότι η εκκλησία είναι εγγεγραμμένη τυπικώς ως βακουφική περιουσία. Ταυτόχρονα περιέχεται και στον κατάλογο των αρχαιολογικών μνημείων που παραδόθηκαν από τους Ιταλούς., μετά την απελευθέρωση. Οι Ιταλοί από το 1941 είχαν αρχίσει εργασίες αναστηλώσεως.
Ο Ξανθόπουλος-Παλαμάς συνεχίζει: «Υπάρχει ζωτικόν ελληνικόν ενδιαφέρον να συνεχισθούν αι εργασίαι αύται. Αφ ενός μεν δια να περισωθή εν ιστορικόν μνημείον βυζαντινής τέχνης και μεγάλης αξίας και αφ ετέρου ίνα εις δεύτερον στάδιον η εκκλησία αύτη αποδοθή εις τους πιστούς. Ο νομάρχης προσέθεσεν ότι εντός της πόλεως του τείχους διαβιούν διαβιούν 8.000 Έλληνες και 300 αλλογενείς, οι περισσότεροι Μουσουλμάνοι.
Αίτημα επιτακτικόν είναι η ελληνική εκκλησία να αποδοθή εις την διάθεσιν των πιστών της περιοχής, εκκλησία ανάλογος με τας ανάγκας των. Η Υπηρεσία Βακουφίων είναι σύμφωνος. Οι εργασίες αναστηλώσεως πρέπει να συνεχισθούν. Τούτο αποτελεί όχι μόνον δικαίωμα, αλλά και υποχρέωσιν του Ελληνικού Δημοσίου ».
Αυτά χωρίς σχόλια. Ο καθένας ας βγάλει τα συμπεράσματά του
* Γράφει ο Κώστας Τσαλαχούρης
Δημοσιογράφος και ιστορικός ερευνητής
Νικόλας Πασπάλης – Φτωχόπαιδο από το Καστελόριζο ξενιτεύτηκε στην Αυστραλία για να βρει την τύχη του και έγινε ο πλουσιότερος καλλιεργητής μαργαριταριών στον κόσμο (pics+vid)
Η περιοδεία της Παναγίας της Σκιαδενής τη Σαρακοστή και τη Λαμπροβδομάδα: Θαυματουργές ιάσεις – πετρωμένα καράβια
Μ. Κολεζάκης: Η σημασία της 31ης Μαρτίου 1947 μέσα από τον τύπο της εποχής
Ν. Στ. Μανούσης: Η ενσωμάτωση των Δωδεκανήσων και η στιγμή της συλλογικής λύτρωσης
Al Bowlly: Ο Έλληνας από τη Ρόδο που έγινε ο πρώτος «ποπ σταρ» στον κόσμο
Ιταλοκρατία στα Δωδεκάνησα: Τα Ιταλικά του Μανώλη
Μανώλης Κασσώπης: Ένας Καρπάθιος της γενιάς της θυσίας και της δημιουργίας: Η ζωή του Γιάννη Καρακατσάνη