Χρήστος Μπέλλος: Αγάπα το «κενό» σου

Χρήστος Μπέλλος: Αγάπα το «κενό» σου

Χρήστος Μπέλλος: Αγάπα το «κενό» σου

Rodiaki NewsRoom

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 1396 ΦΟΡΕΣ

Γράφει ο Χρήστος Μπέλλος

Την εβδομάδα που μάς πέρασε και για τρεις παραστάσεις ανέβηκε το θεατρικό έργο “MIND THE GAP” από την ομάδα του θεατρικού εργαστηρίου «Μάνος Κατράκης» σε σκηνοθεσία της Βάσως Αγγγελάκου στο δημοτικό θέατρο της Ρόδου.

Το “Mind The Gap” είναι μια φράση, την οποία συναντά κανείς σε συγκεκριμένο περιστασιακό περιβάλλον και σ’ ένα τέτοιο, και ακριβέστερα σε σταθμό του μετρό, στο Λονδίνο, μία γυναίκα, η οποία έχασε τον άντρα της, καθόταν καθημερινά στο παγκάκι αναμονής περιμένοντας ν’ ακούσει την ηχογραφημένη φωνή του συζύγου της να λέει: “Mind The Gap”.

Ήταν ο τρόπος με τον οποίο απάλυνε, κάπως, τον πόνο της απώλειας. Μία μέρα όπως όλες τις άλλες, η Μάργκαρετ πήγε στο σταθμό του τρένου, έκατσε στο γνωστό παγκάκι της, όμως αντί για τη φωνή του Όσβαλντ, άκουσε μία ηλεκτρονική φωνή, ψηφιακού συστήματος, να λέει το «Mind The Gap». Πολύ στενοχωρημένη, έστειλε ένα γράμμα στο υπουργείο Μεταφορών ζητώντας τουλάχιστον να της δοθεί ένα αντίγραφο της φωνητικής ηχογράφησης του συζύγου της για να συνεχίσει ν’ ακούει τη φωνή του στο σπίτι. Ακούγοντας την ιστορία της οι άνθρωποι του υπουργείου, αποφάσισαν να παραμείνει η φωνή του συζύγου της στον σταθμό κοντά στο σπίτι της. Η παραπάνω είναι η αληθινή ιστορία που ενέπνευσε τη σκηνοθέτρια και τους συντελεστές και αποτέλεσε το έναυσμα για τη δημιουργία της θεατρικής παράστασης.


Όπως η Μάργκαρετ έτσι και οι υπόλοιποι άνθρωποι κουβαλάνε τις προσωπικές τους ιστορίες σε σταθμούς τρένων, πλοίων, λεωφορείων μέσα σε βαλίτσες και χειραποσκευές, σε τσάντες και σακίδια, μα κυρίως μέσα τους. Από προβλήματα και έγνοιες καθημερινές μέχρι βαθιά τραύματα του παρελθόντος που συνδιαμόρφωσαν τον χαρακτήρα τους, γεγονότα που στιγμάτισαν την προσωπικότητά τους και - ενδεχομένως - άλλαξαν τον ρου της πορείας τους στο διάβα της ζωής. Τελικά φαίνεται ότι οι σταθμοί των μέσων μεταφοράς δεν είναι άλλο παρά οι επιμέρους σταθμοί ζωής των ανθρώπων, ενώ τα μπάκπακ και τα σακβουαγιάζ με τα προσωπικά είδη αμελητέο φορτίο, μπροστά στο «βάρος» που κουβαλάει η ύπαρξή τους.


Στην παράσταση “MIND THE GAP” παρακολουθήσαμε δεκαεφτά ιστορίες σύγχρονων καθημερινών ανθρώπων, οι οποίοι βρισκόμενοι στο παγκάκι της αναμονής για τον επόμενο συρμό ξετύλιξαν τα προσωπικά τους δράματα. Πρόκειται για ένα έργο σπονδυλωτό στο οποίο συρράφτηκαν διαφορετικές μεταξύ τους ιστορίες, έχοντας ως κοινό παρονομαστή τις πληγωμένες μνήμες, τους φόβους και τις ματαιώσεις, που σωρευτικά ο χρόνος εμφανίζει στην επιφάνεια, καταβυθίζοντας τον ανθρώπινο ψυχισμό σε φρικίασης «βένθος». Αφηγήσεις ανθρώπων της διπλανής πόρτας που καταθέτοντας τη δική τους αλήθεια, αναζήτησαν ευθύνες από τους εαυτούς τους, από φιλικά και συγγενικά πρόσωπα, ζύγισαν γεγονότα και καταστάσεις που τους οδήγησαν στη δυσμένεια και προσπάθησαν να σπάσουν τη γυάλα στην οποία εκουσίως ή ακουσίως εισήλθαν και η οποία τους συντηρούσε σε μία συνθήκη που τους επέτρεπε απλά να επιβιώνουν κάτω από τα κελεύσματα τρίτων.


Οι επιλογές των κειμένων σχημάτιζαν μια ποικιλόμορφή βεντάλια θεμάτων με ιστορίες που αφορούσαν την προσκόλληση σε ανεκπλήρωτους έρωτες, τη δουλοκτητική θέση της Ελληνίδας νοικοκυράς που ασφυκτιεί στο μικροαστικό ταγέρ που της έραψε ο στερεοτυπικός καθωσπρεπισμός, την κόρη που μάχεται να προσπελάσει τη δηλητηριώδη ανατροφή που δέχτηκε από τη μάνα της, τα συναισθηματικά αδιέξοδα μιας εκδιδόμενης που στα μάτια του κόσμου αποτελεί το μεγαλύτερο μίασμα, ένα ερωτευμένο ζευγάρι που δοκιμάζεται στις εναντιώσεις των γονιών, τον εφιάλτη μιας γυναίκας που βιώνει την ανάσα του θανάτου πλάι της λόγω της επάρετης νόσου, το οιδιπόδειο σύμπλεγμα αγοριού - μητέρας, την απιστία, την ενδοοικογενειακή βία, την παιδοκτονία, την αυτοκτονία ως λύτρωση μετά την ερωτική απόρριψη κ.ά.

Οι ερμηνείες
Μία από τις πρώτες εντυπώσεις, που μού δόθηκε όσο το έργο βρισκόταν σε εξέλιξη, ήταν η προσεγμένη διαλογή των ηθοποιών για τον εκάστοτε ρόλο, η οποία φαίνεται να κόμισε τα μέγιστα, αφού ανέδειξε τη διεισδυτικότητα με την οποία οι μαθητές ενός θεατρικού εργαστηρίου προσέγγισαν τους/τις ήρωες/ηρωίδες που κλήθηκαν να ενσαρκώσουν, αλλά και η υποδειγματική σκηνική παρουσία, η οποία προσομοίαζε την υποκριτική επάρκεια επαγγελματιών ηθοποιών. Επιτεύχθηκε μία φορτισμένη απόδοση των ηρώων και ηρωίδων, προκαλώντας το συναισθηματικό τράνταγμα των θεατών/τριών, το απαραίτητο εκείνο ταρακούνημα που θα ξεβολέψει από σκέψεις και θέσεις, δημιουργώντας νέες εστίες νοηματοδότησης των πραγμάτων. Βέβαια, ανάμεσα στις ερμηνείες, φυσικό επόμενο να υπάρχουν αποκλείσεις (λόγω εμπειρίας, φαντάζομαι, κυρίως), χωρίς ωστόσο στο σύνολό τους να αποτελούν μια άρρυθμη παραφωνία. Άλλωστε η ετερότητα μεταξύ των μελών αποτελεί εγγενές και πρώτιστο χαρακτηριστικό ενός εργαστηρίου. Είναι κι ένα από τα στοιχήματα του/της εκάστοτε δασκάλου/λας να καταφέρει να συνενώσει και να συνταιριάξει το ανομοιογενές μείγμα σε μια ανθοδέσμη λειτουργικής ποικιλότητας.

Η σκηνοθεσία
Την όλη παράσταση κάλυπτε μία μυσταγωγική ατμόσφαιρα. Η δραματικά αργή κινησιολογία των ηθοποιών (έως ότου αρχίσουν τις αφηγήσεις) σε συνδυασμό με καπνούς, χαμηλό φωτισμό και μουσική (to the point), δημιουργούσε μια αγωνιώδη αναμονή στα όρια του σασπένς. Αν και ανόμοιες μεταξύ τους σκηνές ακολουθούσαν όμοια γραμμική εξέλιξη με τελευταίο σταθμό την κορύφωση των συναισθημάτων, όπου στις περισσότερες εκφραζόταν με ουρλιαχτό. Καταπιεσμένα αισθήματα, ανέκφραστες σκέψεις, φοβίες, συσσωρευμένος θυμός και σιωπή χρόνων σχημάτιζαν μία εσωτερικευμένη δίνη, ένα κόμπο στο λαιμό σαν αποφρακτικό της αναπνευστικής οδού, που μόνο ουρλιάζοντας θα μπορούσε να αποβληθεί απ’ τον οργανισμό.

Η σκυτάλη διαδοχής των ιστοριών πάνω στη σκηνή δε γινόταν με διακριτό τρόπο, αφού λίγο πριν το τέλος κάθε σκηνής εισερχόταν το νέο πρόσωπο και αλληλοεπιδρώντας με το υπάρχον επί σκηνής, έκανε ομαλή τη μετάβαση στο επόμενο αφήγημα. Έτσι η όποια ανομοιογένεια μεταξύ των ιστοριών εκμηδενίζονταν δημιουργώντας την εντύπωση ενιαίου - κειμενικά - έργου. Στοιχεία προοικονομίας, στην εναρκτήρια σκηνή της παράστασης, όπως η αναγγελία της εισόδου των ηθοποιών σε παρέλαση, αλλά και στοιχεία χιουμοριστικά για τη μερική αποφόρτιση του κοινού, ήταν ορισμένα σκηνοθετικά τεχνάσματα που λειτούργησαν προσθετικά για την πιο εύληπτη πρόσληψη του έργου.

Η μουσική
Η μουσική του Γιώργου Ατσικνούδα διαδραμάτισε κομβικό ρόλο στη δραματουργία της παράστασης, καθώς φαίνεται να ήταν ο μόνιμος πρωταγωνιστής ή καλύτερα ο υποβολέας του κοινού για την εντελέστερη ανάγνωση του έργου. Οι μουσικές εντάσεις και οι απότομες παύσεις τοποθετημένες, κάθε φορά, την κατάλληλη στιγμή, αλλά και ολόκληρη η μουσική σύνθεση έκαναν το έργο, σαφώς, επιδραστικότερο.

Τα σκηνικά
Το σκηνικό απλό μεν, με τους απαραίτητους συμβολισμούς δε: Τρεις τοίχοι ντυμένοι με το λευκό πλακάκι των τοίχων των σταθμών μετρό, ο ένας στο κέντρο αντικριστά προς το κοινό κι άλλοι δύο αριστερά και δεξιά της σκηνής αντικρυστά μεταξύ τους, σχηματίζοντας αμβλείες γωνίες προς τον κεντρικό. Ένα μαύρο ξύλινο παγκάκι, του αναστοχασμού και των μεγάλων συνειδητοποιήσεων κατά την αναμονή του συρμού. Στις άκρες του παλκοσένικους δύο βαλίτσες, μία vintage που έδινε την αίσθηση πολύωρου και επίπονου ταξιδιού και η άλλη σαν βαλίτσα μουσικού οργάνου, που θα μπορούσε εννοιολογικά η διαλεκτική τους σύνθεση να δηλώνει κάποιο ενορχηστρωμένο και αλαργινό ταξίδι.

Terminal station
Λίγο πριν πέσει η αυλαία, οι ηθοποιοί συγκεντρώνονταν στη σκηνή με την ίδια αργή κινησιολογία και σε άτακτη παρέλαση, όπως εισήλθαν στην αρχή της παράστασης, κρατώντας ένα μικρό κεράκι, το οποίο εναπόθεταν στην άκρη της σκηνής, μπροστά δηλαδή στο κενό μεταξύ πάλκου και πλατείας.
Πολλές φορές δυσκολευόμαστε να διαλέξουμε το δρομολόγιο ή το μέσο, ενώ ο καιρός μάς φαίνεται, μονίμως, ακατάλληλος. Ίσως, γιατί σε κάθε σταθμό στη ζωής μας που θα χρειαστεί να κάνουμε μία επιλογή, να διαλέξουμε ένα δρόμο, ταυτόχρονα σημαίνει πως κάποια άλλη θ’ αποκλείσουμε, πως κάποιον άλλο δρόμο δε θα διανύσουμε. Κι οι επιλογές είναι κατ’ αρχήν One Way διαδρομές. Το κενό που χάσκει ανάμεσα, πάντοτε, θα φέρνει ίλιγγο. Τουλάχιστον, ας το φωτίσουμε για να μην τρομάζουμε το βάθος.


Θα κλείσω, με τα λόγια του Κώστα Καρυωτάκη, τα οποία ήταν τα πρώτα που μού ήρθαν στο μυαλό μετά την παράσταση, καθώς βάδιζα προς το σπίτι:
«Μπορείς να τρέξεις μακριά από τα πάντα,
αλλά όχι από αυτά που έχεις μέσα σου.
Τούτο το καράβι της φυγής είναι εντός μας και μόνο»

* Ο Χρήστος Μπέλλος γεννήθηκε στη Λάρισα και ζει στη Ρόδο. Σπούδασε Γλωσσολογία της Ν.Α Μεσογείου στο Τ.Μ.Σ. Ρόδου.

Διαβάστε ακόμη

Θάνος Ζέλκας: Αν η Ρόδος μας μιλούσε…

Αγαπητός Ξάνθης: Η «Γραμμή» ως στοιχείο ζωής και εξέλιξης

Καστανάκης Κώστας: Ελλάδα: Μεγάλο οικιστικό απόθεμα, κενά διαμερίσματα

Δημήτρης Προκοπίου: Ναυλώσεις τουριστικών σκαφών αναψυχής και ηλεκτρονικές εφαρμογές e-ναυλοσύμφωνο

Γιάννα Χορμόβα: Οι άνω των 50 δεν είναι εκτός αγοράς, είναι ανθρώπινο κεφάλαιο

Κοσμάς Σφυρίου: Η καμπάνα για φτωχοποίηση πλήθους Ελλήνων ήχησε πάλι!

Γιάννης Σαμαρτζής: Από την ανάκαμψη στην παραγωγικότητα για υψηλότερους μισθούς

Γιώργος Γεωργαλλίδης: Η Υγεία δε χτίζεται με φιέστες...