Μιχάλης Χατζημιχαήλ: O 92χρονος Ροδίτης που έζησε τον πόλεμο, την πείνα, τους κατακτητές, τα βάσανα και πολλές άλλες δοκιμασίες της ζωής

Μιχάλης Χατζημιχαήλ: O 92χρονος Ροδίτης που έζησε τον πόλεμο, την πείνα, τους κατακτητές, τα βάσανα και πολλές άλλες δοκιμασίες της ζωής

Μιχάλης Χατζημιχαήλ: O 92χρονος Ροδίτης που έζησε τον πόλεμο, την πείνα, τους κατακτητές, τα βάσανα και πολλές άλλες δοκιμασίες της ζωής

Βαρβάρα Μπογδάνου

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 317 ΦΟΡΕΣ

Υπάρχουν άνθρωποι που κουβαλούν μέσα τους ολόκληρη την ιστορία ενός τόπου. Όπως ο Μιχάλης Χατζημιχαήλ από τις Φάνες, ο οποίος μέσα από τη συνέντευξή του σήμερα στη «Ροδιακή», δεν αφηγείται απλώς τη ζωή του, αλλά ξετυλίγει μπροστά μας μνήμες μιας άλλης εποχής, γεμάτης πόνο, ξεριζωμό, πείνα, φόβο αλλά και απίστευτη δύναμη ψυχής.

Γιος προσφύγων από τη Μικρά Ασία, έζησε ως παιδί την Ιταλοκρατία και αργότερα τη φρίκη του πολέμου. Θυμάται το γερμανικό όχημα που χτύπησε την αγελάδα δίπλα του ενώ ήταν μόλις εννέα χρονών, τις βόμβες και τα κανόνια αλλά και τη στιγμή που, πεινασμένος και ξυπόλητος, τόλμησε να πετάξει χειροβομβίδα στους Γερμανούς επειδή τον έδιωξαν χωρίς να του δώσουν λίγο ψωμί, μια πράξη παιδικής οργής που λίγο έλειψε να του κοστίσει τη ζωή!

Μέσα από τις αφηγήσεις του ζωντανεύουν εικόνες μιας Ρόδου μακρινής και άγνωστης για πολλούς, με παιδιά που μεγάλωναν μαζί με τα συνομήλικα παιδιά των κατακτητών, με ανθρώπους που αναζητούσαν λίγο φαγητό για να αντέξουν, με άλλους που χάνονταν στη θάλασσα, με ανθρώπους που σκοτώνονταν, αλλά και με τους πανηγυρισμούς της Ενσωμάτωσης, όταν οι δρόμοι γέμισαν ελληνικές σημαίες και δάκρυα ελευθερίας.

Και όμως, μέσα σε όλες αυτές τις δυσκολίες, ο Μιχάλης Χατζημιχαήλ δεν έπαψε ποτέ να αγωνίζεται. Από μικρός στα βάσανα… Εργάτης, οικογενειάρχης, δούλεψε ακούραστα για να μεγαλώσει και να σπουδάσει τα παιδιά του. Στήριγμά του η σύζυγός του Λουκία. Η ζωή του είναι μια ζωντανή μαρτυρία μιας γενιάς που γνώρισε τη στέρηση και τον πόλεμο, αλλά έμαθε να στέκεται όρθια με αξιοπρέπεια, πίστη και αγάπη για τη ζωή. Σήμερα στα 92 του χρόνια αφηγείται ένα μικρό μέρος της ζωής του, ένα μικρό μέρος των αναμνήσεών του…

Κε Χατζημιχαήλ, πείτε μας λίγα λόγια για εσάς…

Γεννήθηκα στις 14 Σεπτεμβρίου 1935 στις Φάνες. Συνολικά ήμασταν οχτώ παιδιά. Ο πατέρας μου από την Ντάτσα της Μικράς Ασίας είχε κτηματική περιουσία εκεί. Οι Τούρκοι τότε με τα γεγονότα πήγαν στο κτήμα του παππού μου και τον έπιασαν την ώρα που όργωνε με τα βόδια. Τον εξαφάνισαν, τον σκότωσαν… κάποιος μετά από εδώ ο Νικόλας Μπαρδακάς που ήταν μαζί στο ίδιο χωριό, πήρε τα ρούχα του και τα πήγε στη γιαγιά μου. Έκτοτε, δεν τον ξανάδαμε…

1.	Ο Μιχάλης Χατζημιχαήλ σήμερα
Ο Μιχάλης Χατζημιχαήλ σήμερα

Και μετά, τι απέγινε η οικογένεια;

Μπήκαν μέσα στη βάρκα και πήγαν στη Σύμη που ήταν απέναντι. Ο Γρηγόρης Παπαδόπουλος είχε εκεί εργοστάσιο που έκανε χαλβά και ταχίνι και πήρε τη γιαγιά μου για να καθαρίζει. Και τα παιδιά της ήταν μικρά τότε… δεν είχε όμως πολλή δουλειά και την πήρανε στον Πανορμίτη, ( σ.σ. στην Ιερά Μονή Ταξιάρχη Μιχαήλ) ζύμωνε τους εργάτες, καθάριζε και έμενε εκεί. Είχε και τα παιδιά της μαζί πέντε …ορφανά που μεγάλωσαν και αυτά εκεί. Πήγαιναν στο σχολείο και τους βοήθησε και ο κόσμος από τη Σύμη. ο πατέρας μου στη συνέχεια πήγε εργάτης στον Πανορμίτη για πολλά χρόνια. Ο Πανορμίτης είχε πολλά αμπέλια τάξιμο του κόσμου στις Φάνες… Εδώ λοιπόν στις Φάνες υπήρχαν ζώα μέσα στα χωράφια από διάφορες περιοχές τα φυλάγαμε εδώ και τα έπαιρνε ο πατέρας μου και όργωνε τα χτήματα του Πανορμίτη. Είχε έρθει στη Ρόδο 19 χρονών… όμως και άλλοι εργάτες έρχονταν εδώ.

Είχε έρθει και η γιαγιά μου για να μαγειρεύει τους εργάτες. στη συνέχεια ο πατέρας μου μεγάλωσε και παντρεύτηκε μία κοπέλα, τη μητέρα μου που την έλεγαν Ευαγγελία Ανδρίκου και μέναμε εδώ όλη η οικογένεια, ζούσαμε αγαπημένα…

2.	Σε οικοδομικές εργασίες με τον συνάδελφό του Δημήτρη Σαρρή το 1967
Σε οικοδομικές εργασίες με τον συνάδελφό του Δημήτρη Σαρρή το 1967

Τότε είχαμε Ιταλοκρατία… θυμάστε κάτι ;

Ήμουν μικρός… εδώ στις Φάνες υπήρχε το εργοστάσιο της ΚΑΪΡ που είχαν φτιάξει οι Ιταλοί με μεγάλη κτηματική περιουσία που έφτανε μέχρι και τα Καλαβάρδα. Υπήρχαν 13 άτομα μαζί και ο πατέρας μου, που όλοι όργωναν τα χωράφια της ΚΑΪΡ με ζώα που έφερναν από την Ιταλία, αυτοί έμεναν στα Καλαβάρδα, εμείς στο σπίτι. Ο γενικός διευθυντής, ο Μπρούνο όπως τον έλεγαν, είχε δύο μικρά παιδιά τον Έντζο και τη Μαρκέλλα και μαζί με αυτά και εγώ μικρός παίζαμε και μεγαλώσαμε μαζί.

3.	Στο Άγιο Όρος το 2016 με τη σύζυγό του Λουκία
Στο Άγιο Όρος το 2016 με τη σύζυγό του Λουκία

Πώς ζούσατε τότε με τους Ιταλούς;

Ζούσαμε καλά, ειρηνικά, δεν μας πείραζαν αλλά όταν ήρθαν οι Γερμανοί… βάρβαρη φυλή… Ο πατέρας μου είχε εδώ ζώα του Πανορμίτη και δούλευε εργάτης. Εγώ λοιπόν κάποια μέρα πήρα μία αγελάδα να την βοσκήσω, να την πάω πιο κάτω. Και εκείνη την ώρα πέρασε ένα γερμανικό αυτοκίνητο που μετέφερε σκοτωμένους Ιταλούς και τους έπαιρναν να τους θάψουν πάνω στο νεκροταφείο στην Αρχαία Κάμειρο και μας χτυπά και τους δύο. Εγώ γλίτωσα αλλά την αγελάδα τη σκότωσε…

4.	Στο σπίτι του στις Φάνες το 1998 παρέα με τα μελίσσια του
Στο σπίτι του στις Φάνες το 1998 παρέα με τα μελίσσια του

Δεν σας είδαν ή το έκαναν επίτηδες;

Δεν ξέρω… ήμουν 9 ετών τότε. με τους Ιταλούς όμως περνούσαμε πολύ καλά… ήμασταν μία οικογένεια. Θέλησαν μάλιστα να μας βάλουν στο σχολείο να μάθουμε Ιταλικά. Έφεραν μία δασκάλα από την Ιταλία την Ερνέστα πήραν και ένα σπίτι και μας έβαλαν μέσα. Δεν ξέραμε γράμματα, το σχολείο το είχαν κλείσει οι Ιταλοί και το έκαναν Διοικητήριο εκεί που είναι σήμερα η κοινότητα. Εκεί απέναντι μας έβαλαν, ήμασταν 14 άτομα… ερχόταν κάθε πρωί ένα καζάνι με χορτόσουπα και βάζαμε στα πιάτα. Ήρθαν μία μέρα και δύο άτομα με βιβλία στα χέρια και είπαν λέει να μας γράψουν… Ιταλούς υπηκόους.

5.	Σταθμός Χωροφυλακής Σαλάκου  Χριστούγεννα του 1958. Η σύζυγος του δημάρχου Πετρίδη μοιράζει δώρα
Σταθμός Χωροφυλακής Σαλάκου Χριστούγεννα του 1958. Η σύζυγος του δημάρχου Πετρίδη μοιράζει δώρα

Τελικά σας έγραψαν… Ιταλούς;

Εγώ με έναν άλλον… Γιώργο Αρφαρά τον έλεγαν, πετάξαμε το πιάτο και βγήκαμε από το παράθυρο έξω και φύγαμε και μας έψαχναν. Για τους άλλους δεν ξέρω… Εγώ πήγα και κρύφτηκα στης γιαγιάς μου, γιατί δεν ήθελα , δεν ήθελα να βάλω και τη φορεσιά… σαν ποδιές ήταν σε μπλε χρώμα…

Είχαμε κάποιον δάσκαλο και αυτός μεσολάβησε και μας κάλυψε… και έτσι μας συγχώρεσαν. Δεν μας τιμώρησαν. Μετά πήγαμε σχολείο στην εκκλησία, φανερά για να μάθουμε γράμματα. Είχαμε και Σορωνιάτη δάσκαλο τον Κυπριώτη. Μάθαμε Ελληνικά, όχι ιταλικά. Εκτός από λίγες λέξεις για να συνεννοούμαστε…

6.	Στο καφενείο του Μαγκανάκη στην πλατεία των Φανών το 1953
Στο καφενείο του Μαγκανάκη στην πλατεία των Φανών το 1953

Και μετά ήρθαν οι Γερμανοί;

Περάσαμε πολύ δύσκολα με τους Γερμανούς… θυμάμαι εκεί που είναι το ελαιοτριβείο της Σορωνής. Μόλις το περάσουμε και βγούμε στον δρόμο για τη Διμυλιά απέναντι από τις Φάνες ήταν 1.200 Ιταλοί σε μία χαράδρα μέσα και ήταν έτοιμοι για να τους πάρουν. Υπήρχε ένα τανκ γερμανικό που βρισκόταν κοντά στο ελαιοτριβείο και τους έριξε μία κανονιά… δεν ξέρω τι απόγιναν… και το τανκ από εκεί το πήρανε μετά στο σχολείο της Σορωνής (εκεί που είναι το νεοκλασικό κτήριο). Εκεί έμεινε και το χτυπούσε το κανόνι των Ιταλών από τις Φάνες, μέχρι που το έκανε κομμάτια. Εδώ, απέναντί μας ήταν ο γενικός προβολέας που έφεγγε στη Μέση Ανατολή πάνω από το γήπεδο, και στο νεκροταφείο από πάνω ήταν το κανόνι αυτό που χτυπούσε το τανκ…

7.	Στη γενική συνέλευση του ΕΚΡ το 1964
Στη γενική συνέλευση του ΕΚΡ το 1964

Τι άλλο θυμάστε από τότε;

Όταν ήμουν περίπου 10 χρονών δεν θυμάμαι ακριβώς, με κάποιον άλλον, τον Κυριάκο Σάββα πήγαμε σε ένα φυλάκιο των Γερμανών εδώ στις Φάνες που στην αρχή ήταν Ιταλικό και το καταλάβανε αυτοί και τους ζητήσαμε ψωμί. Μας λέει ένας με το όπλο “Rhaus” ( φύγετε από εδώ), εγώ ήμουν με τα κοντά παντελόνια, ξυπόλητος… πεινούσαμε…. Ανεβήκαμε πάνω σε ένα ύψωμα και ήταν γεμάτο χειροβομβίδες ιταλικές, κόκκινες και πήρα μία, βγάζω την περόνη, τη ρίχνω στον αέρα… οι Γερμανοί τρελάθηκαν…

7.	Στη γενική συνέλευση του ΕΚΡ το 1964

Ο Μιχάλης Χατζημιχαήλ το 2001

Γιατί το κάνατε; Επειδή δεν σας έδωσαν ψωμί;

Αυτό το έκανα γιατί δεν μας έδωσαν ψωμί και δεν μας μίλησαν καλά, μας έδιωξαν, εγώ εκνευρίστηκα… Με βάλανε λοιπόν κάτω από τον φούρνο εκεί που έβαζαν τότε τις κότες στα χωριά, για να με κρύψουν. Και ο άλλος κρύφτηκε σε ένα σπίτι. Μας αναζητούσαν έκαναν άνω κάτω τα σπίτια… αν μας έπιαναν, θα μας σκότωναν!

Ξέρατε να τη χειριστείτε εσείς, μικρό παιδί;

Ναι, ήξερα… δε σκοτώθηκε κανένας Γερμανός. Βέβαια… μετά ξανάριξα χειροβομβίδα πρέπει να υπάρχουν ακόμα κάποιες χειροβομβίδες εκεί, σε εκείνο το σημείο…

Θυμάστε καθόλου τη μέρα της ενσωμάτωσης όταν έφυγαν οι Γερμανοί;

Όταν είχαν σηκώσει την ελληνική σημαία στον βωμό της Πατρίδας, όλος ο κόσμος μαζεύτηκε εκεί και πήγε κάτω στην πόλη με τα αυτοκίνητα. Ένα τέτοιο μεγάλο αυτοκίνητο έφυγε και από τις Φάνες και μας πήρε… Ο Γιώργης Κρητικός με το φορτηγό του επίσης φόρτωνε κόσμο από τη Σορωνή και τον έπαιρνε κάτω. Και θυμάμαι, ότι ήμουν πάνω στο Δημοτικό Θέατρο και κρεμόμουν από εκεί μαζί με άλλους ήμουν μικρός… ήμασταν όλοι με τις σημαίες και μετά γυρίσαμε πίσω στα χωριά μας…

9.	Οι μύλοι στην Ντάτσα της Τουρκίας που κάποτε ανήκαν στον παππού του
Οι μύλοι στην Ντάτσα της Τουρκίας που κάποτε ανήκαν στον παππού του

Από τότε άλλαξε η ζωή σας;

Βέβαια άλλαξε… ήμασταν ελεύθεροι μπορούσαμε να κινηθούμε να μιλήσουμε. Θυμάμαι ότι στην είσοδο του χωριού μας, είχαν οι Ιταλοί αποθήκη ιματισμού και τροφίμων και μάλιστα, τότε που τους έπιασαν πήγαν οι κάτοικοι και έπαιρναν από μέσα ρούχα… εγώ πήρα ένα μεγάλο τυρί παρμετζάνο ένα τεράστιο κεφάλι τυρί που ούτε να το μεταφέρω δεν μπορούσα και το κυλούσα στον δρόμο. Ήρθε λοιπόν κάποιος που έμενε δίπλα μας και μου το μετέφερε στο σπίτι…

Και όταν έφυγαν οι Ιταλοί, θυμάμαι που μάζευαν ρούχα… πήγα και εγώ με τον αδελφό μου Μανώλη και βρήκαμε μία μεγάλη κάσα γαλέτες (παξιμάδια) ξένες που τις βάζανε στο γάλα και φούσκωναν. Λέω στον αδελφό μου «περίμενε να φέρω τον γάιδαρο να τη φορτώσουμε»… αλλά πέρασε κάποιος από εκεί με τη γυναίκα του και τον ρώτησε «τι κάνεις; δεν έχει μέσα τίποτα η κάσα, αφήστε την» για να την πάρει εκείνος… Αλλά πέρασε κάποιος άλλος και τους λέει «δεν ντρέπεστε πάτε να ξεγελάσετε τα παιδιά;» τελικά τα πήραμε τα παξιμάδια…

Ήταν δύσκολα τότε, ήσασταν και οχτώ παιδιά… πώς ζούσατε;

Είχαμε μία αγελάδα, έβγαζε γάλα και το πουλούσε ο πατέρας μου και όσο περίσσευε έβαζε η γιαγιά μου λίγο νερό και άγρια φιστικάκια του χωραφιού και το τρώγαμε…

Θυμάμαι όταν έπιασαν αιχμάλωτους τους Ιταλούς, οι Γερμανοί τους έβαλαν σε αυτοκίνητα και τους παίρνανε να τους βάλουν στο καράβι, το «Φιούμε», να τους πάρουν να τους κάψουν στους φούρνους στη Γερμανία. Τους φόρτωσε λοιπόν το καράβι που έκανε δρομολόγια εδώ στην περιοχή μας και μέσα ήταν και ο αείμνηστος ηγούμενος Γαβριήλ Μαργαρίτης που ήταν στον Πανορμίτη, ο οποίος είχε τη μητέρα του στο νοσοκομείο και την έπαιρνε στη Σύμη εκείνη τη μέρα αλλά ένα ελληνικό υποβρύχιο το τορπίλισε και όλοι έπεσαν στη θάλασσα και πνίγονταν. Και εμείς ήμασταν πάνω στο σπίτι της γιαγιάς μου και φαινόταν η φωτιά από το καράβι απέναντι στη θάλασσα και φώναζαν όλοι «αγιούτο» (βοήθεια). Ο ηγούμενος έζησε από το ναυάγιο αλλά ήταν ανάπηρος στο χέρι… η μητέρα του πνίγηκε και έκτοτε έγινε καλόγερος στον Πανορμίτη…

Μετά τον πόλεμο τι κάνατε;

Έφευγαν όλοι στο εξωτερικό ήθελαν να δουλέψουν, εγώ ήθελα να πάω στην Αυστραλία. Πήγα γράφτηκα κι εγώ αλλά ο πατέρας μου δεν ήθελε και δεν πήγα μετανάστης. Έπρεπε να πάω φαντάρος όμως αλλά τελικά μετά από μεγάλη ταλαιπωρία με έστειλαν πίσω, δεν υπηρέτησα επειδή ήμασταν πολύτεκνοι …

Στη συνέχεια; Συνεχίσατε να ψάχνετε για δουλειά;

Το 1960 στη Γαλλία, ο πατέρας μου είχε συγγενείς και μου έκαναν πρόσκληση να πάω ως μετανάστης. Εγώ όμως από μικρό παιδί είχα έλλειψη ζαχάρου και δεν το ήξερε κανείς γι’ αυτό και έπινα όλη νύχτα νερό… έφυγα λοιπόν πήγα στην Αθήνα με τη γιαγιά μου και από εκεί μαζί πήγαμε με το τρένο στο Μιλάνο αλλά ήμουν σε μαύρα χάλια… πήγα σε γιατρό εκεί και μου είπαν να μπω σε νοσοκομείο. Αλλά συνεχίσαμε για τη Γαλλία και μόλις φτάσαμε πήγα στο νοσοκομείο για εξετάσεις. Μου είπαν να φύγω από εκεί λόγω κλίματος και να πάω στην Ισπανία… Δεν πήγα στην Ισπανία με βάλανε σε καράβι και γύρισα πίσω… Μέσα στο καράβι είχε Έλληνες που με βοήθησαν…

Όταν γυρίσατε, πώς ήταν η ζωή σας;

Αφού γύρισα έπρεπε να δουλέψω εργάτης… στην περιοχή του Έλλη γίνονταν τα ξενοδοχεία και το πρώτο ήταν το «Ιβίσκος», οχτώ άτομα δουλεύαμε… κάναμε με τα πόδια λάσπη για να χτίζουν οι μαστόροι. Από εκεί μέσω του αδερφού μου με πήραν στα δημόσια έργα ως εργάτη. Τότε είχε έρθει στη Ρόδο ο γέρος Παπανδρέου και έπρεπε να του στήσουν σκαλωσιά στο «Ακταίον» για να μιλήσει. Τη σκαλωσιά την έφτιαξαν πέντε Αρχαγγελίτες και εγώ. Όταν πήγαμε να φύγουμε με τα ρούχα της δουλειάς και κρατούσαμε τα σκεπάρνια, ανέβαινε στη σκαλωσιά ο Παπανδρέου… ίσως ήταν το 1964, και μας λέει «πού πάτε; » Λέμε «πάμε να πλυθούμε». «Δεν θα μιλήσω αν δεν είστε δίπλα μου… σας θέλω δίπλα μου» μας είπε εκείνος.

Τελικά, ανεβήκατε στη σκηνή με τον αείμνηστο Παπανδρέου;

Ναι, πήγαμε, αλλάξαμε και σταθήκαμε δίπλα του επειδή ήμασταν της εργατικής τάξης και λέει τότε το εξής: «αν ο ελληνικός λαός σκεφτεί να δώσει τα ηνία στον γιο μου, θα φέρει την Ελλάδα σε καταστροφή και μεγάλη διχόνοια». Ήταν τότε που τα είχε τσουγκρίσει με τον γιο του Ανδρέα και έφυγε εκείνος στην Αμερική.

Πώς κύλησε η ζωή σας στη συνέχεια;

Μετά πήγα στο μουσείο. Ήμουν τεχνικό προσωπικό και εργαζόμουν σε οικοδομικά έργα. Έπρεπε να παντρευτώ κιόλας και έπρεπε να κάνω οικονομία . Έμενα στην πόλη γιατί παντρεύτηκα στη συνέχεια και ερχόμουν με το λεωφορείο και έβλεπα τους δικούς μου στο χωριό. Μου είπαν τότε ότι στην ΚΑΪΡ χρειάζονται έναν μόνιμο μάστορα και μεσολάβησε κάποιος γνωστός στον γενικό διευθυντή της, τον Καζούλλη και έτσι έπιασα εκεί δουλειά αλλά παράλληλα, δούλεψα και ως επιστάτης στο Εσπερινό Γυμνάσιο Ρόδου.

Επίσης, από μικρό παιδί που είχα ακούσει ότι ο παππούς μου στην Τουρκία που τον σκότωσαν οι Τούρκοι είχε μελίσσια. Πηγαίνοντας στο κυνήγι μικρός μαζί με έναν ξάδερφό μου είδαμε ότι μέσα από τον κορμό μίας ελιάς έβγαιναν μέλισσες. Σκέφτηκα να τις βγάλουμε και είπα σε κάποιον να μου τις βγάλει. Μου λέει εκείνος «αν έρθεις μία μέρα να σκάψεις στο αμπέλι, θα τις βγάλω». Έτσι και έγινε και βγάλαμε έναν τενεκέ πίτες μέλι. Από εκείνες τις μέλισσες έγινα μεγάλος μελισσοκόμος και έφτασα τα 180 μελίσσια, μέχρι και η σύζυγός μου με βοηθούσε ακόμα και μετά τα μεσάνυχτα ξεφορτώναμε τα μελίσσια. Έκανα τρεις δουλειές… Έτσι μεγαλώσαμε και σπουδάσαμε τα τρία παιδιά μας..

1.	Στην Πυροσβεστική Υπηρεσία Ρόδου
Στην Πυροσβεστική Υπηρεσία Ρόδου

Σ.Σ.: Την Τρίτη 8 Μαΐου 1945, την ημέρα που το Βερολίνο έπεφτε στα χέρια του Κόκκινου Στρατού, ο Γερμανός διοικητής των στρατιωτικών δυνάμεων Δωδεκανήσου, Ότο Βάγκενερ, υπογράφει, στη Σύμη, την παράδοση των γερμανικών στρατευμάτων της Νοτιοανατολικής Μεσογείου και παραδίδει στον Άγγλο ταξίαρχο Τζέιμς Μόφφατ τα Δωδεκάνησα.

Με αφορμή αυτή την επέτειο των 81 ετών από τη μέρα εκείνη πραγματοποιήθηκε και αυτή η συνέντευξη, ένα απόγευμα στο σπίτι του Μιχάλη Χατζημιχαήλ στο χωριό του στις Φάνες…

Φυσικά δεν ήταν μόνο αυτά, όλα όσα έζησε . Εκατοντάδες ιστορίες άλλες ευχάριστες και άλλες δυσάρεστες έχουν αποτυπωθεί στη μνήμη του… Τις διηγείται όλες με… χαμόγελο και είναι σαν να τις ξαναζεί!

Διαβάστε ακόμη

Βασιλική Γέροντα: «Τα παραμύθια του Αρχαγγέλου δεν είναι απλές ιστορίες — είναι η ψυχή του τόπου μας»

Σταύρος Τσούβαλης: Ξεδιπλώνει το κοινό όραμα με τον δήμαρχο για μία Ρόδο πιο ανθρώπινη, σύγχρονη και λειτουργική

Τάσος Χατζηλιαμής: «Εκπληκτική η δυναμική της Ρόδου σε περιόδους κρίσης»

Γιάννης Παππάς: «Η Δικαιοσύνη οφείλει να κάνει τη δουλειά της ανεπηρέαστη και στην ώρα της»

Μάνος Κόνσολας: «Το στοίχημα δεν είναι οι αφίξεις, αλλά τα έσοδα | Η Ελλάδα πρέπει να περάσει από την ποσότητα στην αξία»

Κ. Πιερρακάκης: «Ισχυρότερο του αναμενομένου το πλεόνασμα»

Το όραμα του Κ. Πράπογλου για το Μουσείο Νεοελληνικής Τέχνης

Σχολικός Εκφοβισμός: Τα σημάδια, τα λάθη των γονιών και η δύναμη της ενσυναίσθησης