Νίκη Ζώη: Η ιστορία μιας γυναίκας, και η κατάθεση ψυχής
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 10558 ΦΟΡΕΣ
Η επιχειρηματίας που αντέχει πολλά και προχωρά
Συνέντευξη στη Ροδούλα Λουλουδάκη

Πόσα ν’ αντέξει πια ένας άνθρωπος! Είναι πολλά τα χτυπήματα, αλλά κι η Νίκη Ζώη είναι πολύ δυνατή!
Ήθελε να μιλήσει, σαν όταν μιλάς για το κακό να το ξορκίζεις κιόλας. Και τώρα, που ένα ακόμα χτύπημα ήρθε, και φεύγει και περνά, απόγευμα στην Παλιά Πόλη, ανοίγει την καρδιά της.
Μια καρδιά γεμάτη ευγνωμοσύνη που χτυπά δυνατά για ό,τι καταπιάνεται ο νους και το σώμα, που στηρίζει με δύναμη τους πάντες γύρω της, που σφίγγει τα δόντια και ξαναρχινά.
Η ιστορία μιας γυναίκας, που δεν θέλησε ποτέ τα φώτα πάνω της, στήριξε τον άντρα που αγάπησε, κι είναι γλυκιά και σκληρή μαζί, ύαινα και αποφασιστική την άλλη στιγμή.
Ο επιχειρηματίας Κώστας Ζώης, ο άντρας της ζωής της, δίνει κι αυτός τη μεγάλη μάχη αυτόν τον καιρό. Έχει συνοδοιπόρο όμως και σύντροφο, και αγάπη χρυσή.
«Μικρή έμενα στην Παλιά Πόλη», μου λέει. «Δημοτικό πήγαινα στο τούρκικο σχολείο. Θυμάμαι που ο παππούς μου είχε ένα τρίκυκλο και μας ανέβαζε πάνω, δύο αδελφές και δύο ξαφελφούλες, τέσσερις εγγονούλες να μας πάει στο σχολείο, σ’ ένα κάθισμα και τις τέσσερις. Όταν ανεβαίναμε το δρόμο της Αγησάνδρου, δεν θα μπορούσα να φανταστώ ποτέ ότι εγώ εδώ κάποτε θα είχα επιχειρηματική δραστηριότητα και κόσμο να δουλεύει μαζί μου.
Ήταν τριθέσιο το σχολείο μας. Θυμάμαι μία μέρα ο δάσκαλος μας ζήτησε να γράψουμε ένα ποίημα. Ήθελα πολύ να διαβάσω, να σπουδάσω, αλλά εκείνα τα χρόνια ήταν πολύ φτωχικά και ο πατέρας μου ήταν μεταφορέας και η μαμά, στο σπίτι. Θυμάμαι μία μέρα ο δάσκαλος μας ζήτησε να γράψουμε ένα ποίημα.
Πρέπει να ήμουν στις τελευταίες τάξεις του Δημοτικού. Με σήκωσε πάνω να το διαβάσω, είπε ότι ήταν το ωραιότερο, κι ότι τον συγκίνησε. Το ποίημά μου είχε για θέμα του, την αγάπη».

Βασικό συστατικό της ζωής σας η αγάπη!
Βασικό. Θέλω να παίρνω αγάπη. Όταν παίρνεις αγάπη, δίνεις αγάπη. Όταν δεν παίρνεις, δεν δίνεις.
Δουλεύετε από μικρό κορίτσι!
Από τα 15 μου. Δούλεψα με τους Γιάννη και Γιώργο Διακοσάββα, από εκείνη την ηλικία και για 18 χρόνια! Όταν πήγα να πάρω τα ένσημά μου από το ΙΚΑ, μου έδωσαν συγχαρητήρια για τη σταθερότητά μου.
Γιατί φύγατε;
Γιατί ένα ωραίο βράδυ, γνώρισα στα μπουζούκια, τον μετέπειτα σύζυγό μου τον Κώστα Ζώη. Ο έρωτας ήταν κεραυνοβόλος. Μου είπε «σε θέλω στη ζωή μου». Ήμασταν μεγάλη παρέα και στο τέλος της βραδιάς επίμονα μου ζήτησε να με πάει στο σπίτι. Όταν του είπα ότι δουλεύω στην Παλιά Πόλη, αναρωτήθηκε πώς ήταν δυνατόν να μην με είχε δει ποτέ κάπου εκεί.
Δανείστηκε αυτοκίνητο εκείνη τη στιγμή για να με βάλει να με επιστρέψει στο σπίτι, γιατί το δικό του ήταν πολύ παλιό, κι όπως διαπίστωσα αργότερα όταν έβρεχε έμπαινε μέσα η βροχή και βρεχόμασταν. Εκείνη τη στιγμή δανείστηκε ένα ολοκαίνουργιο από έναν φίλο του, κι όταν με πήγε στο δρόμο του σπιτιού μου και του είπα «θέλω να μ’ αφήσεις εδώ...», εκείνος μου είπε: «δεν θέλω να σ’ αφήσω...»! Και μόνο που στο λέω συγκινούμαι.
Κι από τότε είσαστε μαζί!
Από τότε είμαστε μαζί. Πάρα πολλά χρόνια, δεν θέλω να θυμάμαι πόσα γιατί μέσα μου αισθάνομαι παιδί. Ο Κώστας είναι από ένα χωριό, μιάμιση ώρα από τα Γιάννενα. Από φτωχική οικογένεια, κι εκείνος. Έφυγε από το χωριό του στα 14 του χρόνια και ήρθε στη Ρόδο να δουλέψει ως σερβιτόρος. Τον ρωτούσαν αν ήξερε Γερμανικά ή Αγγλικά, κι έλεγε «ναι» ενώ δεν ήξερε καθόλου. Τα κατάφερνε όμως. Από τότε ξεκίνησε μία κοινή πορεία, με χαρές, αλλά κι αγωνίες.
Όλοι οι σταθμοί της ζωής μου είναι ο άντρας μου, που είναι ο μέντοράς μου, ο συνοδοιπόρος της ζωής μου. Μια πολύ ισχυρή προσωπικότητα. Μου λέει χαρακτηριστικά: «Δημοκρατία έχουμε, θα κάνουμε ό,τι λέω εγώ». «Αγάπη μου, αυτό είναι χούντα, δεν είναι δημοκρατία...» του λέω. Εγώ είμαι ο αφανής ήρωας, δεν φαίνομαι πουθενά. Το μυαλό ήταν ο Κώστας, αυτός που υλοποιούσε ήμουν εγώ. Ξεκινήσαμε από 20 καρέκλες και όταν κάποιες φορές το μαγαζί ήταν άδειο έλεγα «τι φταίει, τι κάνω λάθος, πρέπει να μάθω...».
Κανένας δεν με δίδαξε, έπεσα μόνη μου στα βαθιά. Όταν με άφησε μόνη μου μού είπε «τώρα είσαι έτοιμη να αναλάβεις, εγώ πρέπει να φύγω από εδώ». Σέρβιρα 80 άτομα μόνη μου, και ταμείο, και λάντζα το βράδυ μαζί με τη λαντζιέρα, έφτιαχνα και μηλόπιτα για επιδόρπιο. Η τέντα από πάνω μας ήταν τρύπια, κι όταν έβρεχε βρεχόμασταν.
Κάναμε υπομονή να περάσει ο καιρός, να μαζέψουμε χρήματα να αλλάξουμε την τέντα μας. Κι όταν έβρεχε σέρβιρα τον κόσμο και το νερό μού έφτανε μέχρι πάνω από τον αστράγαλο, μόνη μου, ολομόναχη. Τώρα είμαι εδώ 23 χρόνια. Πολύ άγχος, πολλή δουλειά, πολλή κούραση, υπήρχαν και καλές στιγμές...
Ήθελα να τα καταφέρω στη δουλειά, να παλέψω και ήθελα να μην με βλέπουν σαν το μυρμηγκάκι μες στην Παλιά Πόλη. Τώρα μπορώ να σου πω ότι μπορεί και να με φοβούνται και λίγο. Το πιο σημαντικό ήταν ότι ήθελα να αποδείξω στον Κώστα ότι όλη αυτή την αγάπη που μου έδινε και μου δίνει, την άξιζα.
Ότι μπορώ να τον βοηθήσω και να τον στηρίξω. Δεν μ’ ενδιέφεραν τα υλικά αγαθά, του έλεγα «θέλεις να κάνεις νέο ξεκίνημα; Εγώ θα σε στηρίξω. Εκείνος δεν φοβόταν το ρίσκο και τα ξεκινήματα. Εγώ τα φοβόμουν!
Πότε ξεκίνησε
το πρόβλημα με την υγεία σας;
Το πρώτο σοκ το έπαθα όταν άκουσα ότι η μαμά μου έχει καρκίνο. Κόπηκαν τα πόδια μου. Έπρεπε να δουλεύω, μου λέγανε οι πελάτες «γιατί κλαις Νίκη;...», και τους έλεγα «δεν κλαίω...»! Η μητέρα μου έμεινε ορφανή και από τους δύο γονείς, πολύ μικρή. Μετά παθαίνω εγώ. Πριν από τέσσερα χρόνια.
Πάλι έχασα τη γη κάτω από τα πόδια μου όταν μέσα στο νοσοκομείο μου είπαν ότι ο όγκος ήταν κακοήθης, κι έπρεπε να κάνω χημειοθεραπείες. Έκανα διπλή μαστεκτομή. Έμεινα μόνη μου στην Αθήνα, για ενάμιση μήνα γιατί ο Κώστας έπρεπε να γυρίσει στη Ρόδο, να δουλέψει. Τις χημειοθεραπείες μου τις έκανα στη Ρόδο, ήταν μία πολύ δύσκολη περίοδος και για πρώτη φορά στη ζωή μου έμεινα εκτός δουλειάς, για τέσσερις μήνες.
Άλλο σοκ για εμένα. Πήγα στο πατρικό μου επειδή όλοι δούλευαν εκείνη την εποχή. Άλλωστε είχε περάσει το ίδιο και η μανούλα μου! Μετά από πέντε, με έξι μήνες, το έπαθε κι η αδελφούλα μου η οποία κι αυτή είναι καλά τώρα.
Εσείς η άτρωτη λοιπόν...
Πέρασα πολύ δύσκολα με πόνους και με χημειοθεραπείες οι οποίες με ενοχλούσαν πολύ. Και όταν έκανα την έκτη χημειοθεραπεία μου, κι έμεναν άλλες δύο, μου λέει ο ογκολόγος μου ο κ. Ματθαίος, «έλα κορίτσι μου, σήκω και πήγαινε να δουλέψεις»... Θυμάμαι που έβαλα την περούκα μου, κι ήρθα και είπα «θα δουλέψω όσο μπορώ»!
Εκείνη την περίοδο λοιπόν ανοίγω κι άλλο ένα μαγαζί για να ξεχάσω τον καρκίνο. Μια μέρα είχα κάνει την τελευταία χημειοθεραπεία μου, γύρισα για δουλειά, πονούσα πολύ και τελειώνοντας φεύγω, πηγαίνω σε ένα άλλο μας μαγαζί, και μου λέει ο Κώστας «έλα κορίτσι μου, τι κάνεις;» και βγάζω την περούκα, την πετάω κάτω, βάζω τα κλάματα και φωνάζω «πονάω...». Μου είπε «κάνε υπομονή και όλα θα περάσουν!
Και περάσανε! Αυτά ένα ζευγάρι ή το ενώνουν πιο πολύ
ή το διαλύουν. Εσάς;
Μας ένωσαν πιο πολύ εμάς αυτά. Επειδή αγαπιόμαστε πολύ με τον Κώστα και σεβόμαστε ο ένας τον άλλο και ξέρουμε ότι ο καθένας μας θέλει το χώρο του και το χρόνο του... Ίσως αυτά μας κράτησαν. Έχω αναθεωρήσει πολλά στη ζωή μου. Φιλίες, σχέσεις.
Είναι λίγοι οι άνθρωποι που στέκονται δίπλα σου στα δύσκολά σου, κι είναι πολλοί αυτοί που δεν χαίρονται με τη χαρά σου και πολλοί αυτοί που δεν χαίρονται με την επιτυχία σου. Έχω την κόρη μου που κι αυτό είναι ελπίδα και φως στη ζωή μου. Έχω το μικρό μου αστεράκι που την αγαπώ και τη λατρεύω. Μας στηρίζει στα πάντα. Τη λέμε Σεβκί, που σημαίνει αγάπη. Ο Κώστας μεγάλωσε την κόρη μου, είναι ο μπαμπάς της.
Έγινες πιο δυνατή, συνέχισες, δημιούργησες ακόμα περισσότερα και τώρα πάλι ξαφνικά ήρθε ένα χτύπημα!
Ναι, ήρθε ένα χτύπημα στον Κώστα μου, το οποίο θα το ξεπεράσουμε κι αυτό. Χρειάζεται λίγο καιρό να αντέξουμε τις χημειοθεραπείες του γιατί κι εκείνος περνά αυτό το στάδιο. Προσπαθώ να είμαι στο πλάι του αθόρυβα. Στις χημειοθεραπείες του τώρα, που τις κάνει στην Αθήνα, του είπα να πάω μαζί του. Δεν με άφησε, μου είπε να μείνω στη δουλειά.
Ο Κώστας είναι πάρα πολύ δυνατός σαν χαρακτήρας, είναι εργασιομανής, τον γοητεύουν τα καινούργια ξεκινήματα που κάνει και του δίνουν ζωή. Όταν πάω να τον σταματήσω μου λέει «αυτά τα ξεκινήματα είναι που μου δίνουν ζωή...»! Πιστεύω πολύ στο Θεό, έχω πίστη μέσα μου και μ’ αυτήν προχωράω. Μια φορά, στα χειρότερά μου, είχα πάει σ’ έναν πνευματικό ο οποίος όταν με άκουσε μου είπε «δίνεις ψωμί σε τόσο κόσμο, ο Θεός δεν θα σ’ αφήσει ποτέ σου»...

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News