Αγαπητός Ξάνθης: Η εφημερίδα σε κατάπτωση…
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 572 ΦΟΡΕΣ
Γράφει ο Αγαπητός Ξάνθης, αρχιτέκτονας
Σήμερα η «μυρωδιά της εφημερίδας» περιορίζεται και τείνει να εξαφανιστεί και να αντικατασταθεί από το άψυχο διαδίκτυο. Όλα πλέον μετριούνται από τον πλούτο των ειδήσεων και της πληροφορίας των κοινωνικών δικτύων. Το σκρολάρισμα έγινε τροφή και ειδικά στα παιδιά, όπου αποδεδειγμένα 127 λεπτά κατά μέσον όρο παρακολουθούν digital περιεχόμενο. Αλλά και οι γονείς επίσης δεν πάνε πίσω. Και στη θυσία του χρόνου μυούν και τα παιδιά από μικρή ηλικία να παρακολουθούν internet δυο και τρεις ώρες κλεισμένα στο κουτί του δωματίου, για να έχουν οι γονείς τον απαιτούμενο δικό τους χρόνο, για να ακολουθούν το δικό τους κινητό σαν άλλοι «κατάσκοποι δρομείς».
Εμφανίζεται έτσι το κενό της συντροφιάς, της επαφής, της ομιλίας, σε βαθμό που το άτομο να κλείνεται στο κέλυφός του, σίγουρα με την εγωπαθητική του στάση, ως να είναι ο απόλυτος κυρίαρχος.
Ο «μονοδιάστατος άνθρωπος», κατά τον Herbert Marcuse, είναι αυτός που δεν αρνείται, δεν αμφισβητεί, ακολουθώντας πιστά τις πλαστές ανάγκες και όχι τις αληθινές, σ’ έναν δρόμο κατεστημένο και μαζικό. Η αναζήτηση της «Μεγάλης Άρνησης» είναι το νέο μονοπάτι για τη φυγή, για ένα πανανθρώπινο μέλλον.
Ένα μέλλον με αυλές, δημόσιους χώρους, πλατείες, καντούνια και στενά, όπου οι γείτονες μιλούν, αρνούνται και συμφωνούν, τραγουδούν, χαίρονται και διαβάζουν εφημερίδες, είναι το προσδοκώμενο.
Ο εμβολιασμός με το κινητό οφείλει να γίνει με μέτρο, ώστε οι γονείς να παίζουν με τα παιδιά τους, να δημιουργούν με αυτά, να τα συμβουλεύουν χειροπιαστά και όχι μέσα από την άψυχη οθόνη. Ας διαβάσουμε ένα βιβλίο, μια εφημερίδα· είναι σίγουρο ότι η διαπαιδαγώγηση προς όλες τις πλευρές θα γίνει πλουσιότερη και πιο υπεύθυνη. Αν οι γονείς περιορίσουν το Instagram, θα κερδίσουν 30 λεπτά την ημέρα φροντίδας στα παιδιά τους. Δηλαδή μια ολόκληρη εβδομάδα τον χρόνο, εβδομάδα που μπορεί να «κτίσει» την εμπιστοσύνη και την αποκλίνουσα σκέψη των παιδιών προς την οξυδέρκεια, τον ορθό λόγο, με τη μαγεία του διαβάσματος.
Όμως η πραγματικότητα με τον «μονοδιάστατο άνθρωπο», με τάση πολλαπλασιασμού του φαινομένου, είναι διαφορετική, ωμή και τα αποτελέσματα μετρήσιμα από την πώληση των σχετικών φύλλων των εφημερίδων που βαίνουν συνεχώς μειούμενα. Μόνο τα βιβλία σώζονται κάπως στην Ελλάδα, λόγω της ποικιλίας των θεμάτων και των συγγραφέων που βρίσκονται τα τελευταία χρόνια σε άνθηση.
Δεκατρία χρόνια μετά την εξαγορά της “Washington Post” από τον Τζεφ Μπέζος, με την υπόσχεση οικονομικής σταθερότητας και δημοσιογραφικής αναγέννησης, η ιστορική εφημερίδα βρίσκεται αντιμέτωπη με μαζικές απολύσεις, οικονομικές απώλειες, εσωτερικές συγκρούσεις και έντονη κριτική για τη στρατηγική και την πολιτική της κατεύθυνση, γράφει ο New Yorker σε ανάλυσή του για το πώς έφτασε η εφημερίδα σε αυτό το σημείο. Πρώην και νυν στελέχη κάνουν λόγο για μια περίοδο αποφάσεων που αποδυνάμωσαν την εφημερίδα και έθεσαν υπό αμφισβήτηση τον ρόλο της ως κορυφαίου πυλώνα της αμερικανικής δημοσιογραφίας.
Μια άλλη εφημερίδα στον δρόμο της έκπτωσης.
Η ανθεκτικότητα απέναντι στην κρίση της «εφημερίδας» δεν είναι ζήτημα αμιγώς οικονομικό, αλλά κυρίως ιδεολογικό, πολιτικής ατζέντας, όπου και τα δύο «σκεπάζονται» από το νέο μοντέλο της τεχνολογικής προόδου και του ατομικού συμφέροντος.
Το ερώτημα που μπαίνει είναι εάν οι πολιτικές ιδεολογίες και η εμβάθυνση των κοινών μπορούν να δημιουργήσουν μια τέτοια ατζέντα και, αν ναι, σε ποιο σημείο μπορεί να βρεθεί η συνύπαρξη λόγου, σκέψης και τεχνολογίας, στη βάση όμως του δημόσιου συμφέροντος. Οφείλουμε να κοιτάξουμε το μέλλον πάνω σ’ ένα καινούργιο κοινωνικό συμβόλαιο, πέρα από τις στενές έννοιες της κομματικής γραμμής του χθες. Μια σύγχρονη, ολιστική προσέγγιση με γενναιότητα και πλούσια σκέψη είναι η μόνη που μπορεί να απαντήσει στις πολυδαίδαλες προκλήσεις του σήμερα και κυρίως να εμφυσήσει στον πολίτη τη δύναμη της κριτικής, της έρευνας και της πολλαπλής ενημέρωσης, πράγμα που μόνο η ελευθεροτυπία και η γραφή μπορούν να καλλιεργήσουν.
«Η πένα είναι πιο δυνατή από το ξίφος», έλεγε ο Edward Bulwer-Lytton (Άγγλος συγγραφέας).
Άρα, ζήτω η εφημερίδα!

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News