Λευτέρης Καβαλιέρος: «Η δουλειά του βιβλιοπώλη είναι η ωραιότερη, όταν αγαπάς το βιβλίο»
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 359 ΦΟΡΕΣ
Ο Λευτέρης Καβαλιέρος και η Ευαγγελία Γκέλη-Καβαλιέρου αποχαιρετούν το ιστορικό βιβλιοπωλείο «Δέντρο»
Συνέντευξη στη Στέλλα Παπασάββα
Stellapapasav@gmail.com
Μετά από σαράντα χρόνια αδιάλειπτης λειτουργίας, το βιβλιοπωλείο «Το Δέντρο» στη Ρόδο, που δημιούργησαν και κράτησαν με επιμονή και αγάπη ο Λευτέρης Καβαλιέρος και η γυναίκα του Ευαγγελία Γκέλη-Καβαλιέρου, κλείνει έναν μεγάλο κύκλο ζωής. Και μαζί του κλείνει ένα κομμάτι της καθημερινότητας ολόκληρης της Ρόδου.
Γιατί το «Δέντρο» δεν ήταν ποτέ απλώς ένα βιβλιοπωλείο. Ήταν ένας χώρος που έμαθε στους ανθρώπους να σταματούν για λίγο τον χρόνο τους. Να μπαίνουν για ένα βιβλίο και να φεύγουν με κάτι που δεν μετριέται εύκολα: μια κουβέντα που έμεινε, μια πρόταση που τους άλλαξε τη σκέψη, μια ανθρώπινη επαφή που δεν ήταν τυπική, αλλά αληθινή.
Μέσα σε αυτά τα σαράντα χρόνια, το «Δέντρο» έγινε σημείο αναφοράς για γενιές ολόκληρες. Παιδιά που κράτησαν το πρώτο τους βιβλίο σαν κάτι σημαντικό. Έφηβοι που βρήκαν εκεί τον πρώτο δρόμο προς τη λογοτεχνία. Ενήλικες που γύριζαν ξανά και ξανά, όχι μόνο για βιβλία, αλλά για εκείνη τη σπάνια αίσθηση ότι τους θυμούνται, τους ακούν, τους καταλαβαίνουν.

Ο Λευτέρης και η Ευαγγελία δεν υπήρξαν απλώς βιβλιοπώλες. Υπήρξαν πρόσωπα μέσα σε αυτή τη διαδρομή. Σταθερές παρουσίες σε μια πόλη που άλλαζε, αλλά είχε πάντα ένα σημείο όπου το βιβλίο δεν ήταν εμπόρευμα, αλλά αφορμή για ζωή... Ένας τρόπος να συνδέονται οι άνθρωποι μεταξύ τους.
Και τώρα που αυτός ο κύκλος κλείνει, δεν μένει μόνο η εικόνα ενός κλειστού χώρου. Μένει μια παράξενη σιωπή — από εκείνες που αφήνουν πίσω τους τα μέρη που δεν υπήρξαν ποτέ “απλά μέρη”, αλλά κάτι πιο προσωπικό για όσους τα έζησαν.
Γιατί κάποια βιβλιοπωλεία δεν τα θυμάσαι μόνο για τα βιβλία που πήρες από αυτά. Τα θυμάσαι για τον τρόπο που σε έκαναν να νιώσεις άνθρωπος.

Ακολουθεί η συνέντευξη στη «Ροδιακή»:
Κύριε Λευτέρη, θυμάστε την πρώτη μέρα που ανοίξατε το βιβλιοπωλείο; Τι όνειρα είχατε τότε;
Η πρώτη μέρα ήταν πράγματι και συγκινητική και συγκλονιστική, γιατί το βιβλιοπωλείο δεν άνοιξε ξαφνικά. Είχε προηγηθεί μια προετοιμασία σχεδόν δέκα ετών, κατά τη διάρκεια των οποίων ασχολούμουν συστηματικά με το βιβλίο. Έπαιρνα καταλόγους από εκδότες, παρακολουθούσα τις νέες εκδόσεις και ενημερωνόμουν για ό,τι κυκλοφορούσε στην Ελλάδα.
Αυτό ξεκίνησε όταν ήμουν 16-17 χρονών. Είχα βάλει στόχο να ανοίξω βιβλιοπωλείο στα 27 μου και τελικά τα κατάφερα. Ήταν η πραγματοποίηση ενός ονείρου ζωής.
Η προσέλευση του κόσμου, βέβαια, δεν ήταν εξίσου ενθαρρυντική. Η πρώτη χρονιά ήταν πάρα πολύ δύσκολη, σχεδόν απογοητευτική. Όταν βλέπεις ένα όνειρο που έχεις χτίσει να κινδυνεύει να καταρρεύσει, απογοητεύεσαι. Ειδικά όταν έχεις ανοίξει μια επιχείρηση με ελάχιστα χρήματα και πολλές θυσίες.
Η δεύτερη χρονιά ήταν καλύτερη. Είχα αποφασίσει πως αν δεν πήγαινε καλά ούτε αυτή, θα έκλεινα. Όμως άρχισαν να φαίνονται θετικά σημάδια και έτσι ανέβαλα την απόφαση. Η τρίτη χρονιά ήταν εντυπωσιακή. Από εκεί και πέρα το «Δέντρο» ακολούθησε μια συνεχή ανοδική πορεία και έφτασε σε σημείο να συγκαταλέγεται στα πιο επιτυχημένα βιβλιοπωλεία της επαρχίας.
Το «Δέντρο» τι σημαίνει για εσάς ως κομμάτι της ζωής σας;
Το βιβλίο δεν το αντιμετώπισα ποτέ ως εμπόρευμα. Το αντιμετώπισα ως αγαθό.
Αυτό που χαρακτήριζε το βιβλιοπωλείο ήταν η εξωστρέφεια. Αυτό που με ενδιέφερε ήταν να φέρνω κόσμο κοντά στο βιβλίο. Γι’ αυτό οργανώσαμε από την αρχή παρουσιάσεις βιβλίων, λογοτεχνικές βραδιές, εκδηλώσεις και συζητήσεις.
Ξεκινήσαμε σε έναν μικρό χώρο και αργότερα επεκταθήκαμε. Όμως η φιλοσοφία μας παρέμεινε ίδια: το βιβλίο ως πολιτιστικό αγαθό και όχι ως προϊόν.
Πώς ξεκίνησε η αγάπη σας για το βιβλίο;
Από τη γιαγιά μου, μια σπουδαία γυναίκα από τη Σμύρνη.
Θυμάμαι ότι ο αδελφός μου είχε φέρει τους «Άθλιους» του Βίκτωρος Ουγκώ. Καθόμουν με τη γιαγιά μου και της διάβαζα δυνατά αποσπάσματα γιατί της άρεσαν πολύ τα βιβλία. Μου έλεγε ιστορίες για τη Σμύρνη, όπου υπήρχαν παρέες ανθρώπων που συγκεντρώνονταν για να διαβάζουν και να συζητούν βιβλία.
Εκείνη με έσπρωξε προς το εξωσχολικό βιβλίο. Μετά συνέχισα μόνος μου. Επειδή πήγαινα νυχτερινό σχολείο και εργαζόμουν το πρωί, είχα τη δυνατότητα να αγοράζω βιβλία. Στα 15-16 μου είχα ήδη δημιουργήσει μια αξιόλογη βιβλιοθήκη με λογοτεχνία, ιστορία, φιλοσοφία και πολλά άλλα.
Από ένα σημείο και μετά το βιβλίο έγινε για μένα μια δημιουργική εξάρτηση. Το να ανοίξω βιβλιοπωλείο ήταν μονόδρομος. Πίστευα ότι μόνο αυτή τη δουλειά μπορούσα να κάνω με αξιοπρέπεια.

Ποια ήταν η μεγαλύτερη χαρά που σας έδωσε αυτό το επάγγελμα;
Η επικοινωνία με τον κόσμο.
Η επικοινωνία είναι ίσως το πιο δύσκολο πράγμα στη ζωή. Αυτό που χαρακτήριζε το βιβλιοπωλείο ήταν η καλή σχέση με τους αναγνώστες.
Για να πετύχεις όμως αυτή τη σχέση, πρέπει να γνωρίζεις καλά το βιβλίο και να μπορείς να καταλάβεις τι ταιριάζει στον κάθε άνθρωπο. Να καταλάβεις τι τον ενδιαφέρει, τι τον συγκινεί και τι θα ήθελε να διαβάσει.
Το βιβλίο είναι ένας χώρος στον οποίο δεν σταματάς ποτέ να μαθαίνεις. Κάθε χρόνο κυκλοφορούν χιλιάδες νέοι τίτλοι. Πρέπει να παρακολουθείς διαρκώς τις εξελίξεις και να γνωρίζεις το κοινό σου.
Ειδικά σε μια μικρή κοινωνία όπως η Ρόδος, οι πελάτες γίνονται γνωστοί άνθρωποι. Δημιουργείται μια προσωπική σχέση.
*Θυμάμαι ακόμη τη μητέρα σου. Ήταν από τους ανθρώπους που έμπαιναν στο βιβλιοπωλείο, έφευγαν με μια στοίβα βιβλία και δεν ήθελαν ούτε έκπτωση. Τη θυμάμαι με πολλή αγάπη, γιατί τέτοιοι αναγνώστες στήριξαν το βιβλιοπωλείο από τα πρώτα του βήματα.
Υπάρχει κάποιο περιστατικό ή κάποια εκδήλωση που ξεχωρίζετε από όλα αυτά τα χρόνια;
Πέρασαν πάρα πολλοί άνθρωποι από το βιβλιοπωλείο. Θυμάμαι εξαιρετικές εκδηλώσεις με τον Λεωνίδα Κύρκο, τον Βασίλη Ραφαηλίδη, τη Μάρω Δούκα και πολλούς άλλους σημαντικούς ανθρώπους των γραμμάτων. Συνολικά πρέπει να έχουμε πραγματοποιήσει περίπου 700 εκδηλώσεις.
Από αυτές που θυμάμαι πιο έντονα ήταν μια παρουσίαση με μια Τουρκάλα συγγραφέα που είχαμε φέρει από την Κωνσταντινούπολη. Εκεί καταλάβαμε, μέσα από τη συζήτηση και την ανταλλαγή απόψεων, πόσα κοινά στοιχεία έχουν οι δύο λαοί.
Όμως, όσο σημαντικοί κι αν ήταν οι γνωστοί συγγραφείς που φιλοξενήσαμε, το μεγαλύτερο βάρος το δώσαμε πάντοτε στους ντόπιους δημιουργούς. Οι πόρτες του βιβλιοπωλείου ήταν πάντα ανοιχτές για κάθε Ροδίτη συγγραφέα που ήθελε να παρουσιάσει το έργο του.
Δεν μας ενδιέφερε να κρίνουμε αν ένα βιβλίο ήταν καλό ή κακό. Δεν ήμασταν κριτικοί λογοτεχνίας. Ο ρόλος μας ήταν να δώσουμε βήμα στους ανθρώπους που έγραφαν και να φέρουμε το βιβλίο κοντά στο κοινό.
Αν κάποιος έπαιρνε σήμερα το αρχείο των προσκλήσεων που έχουμε κρατήσει όλα αυτά τα χρόνια, θα μπορούσε σχεδόν να γράψει την ιστορία του βιβλίου στη Ρόδο.
Πόσο άλλαξε ο αναγνώστης από τη δεκαετία του ’80 μέχρι σήμερα;
Άνοιξα το βιβλιοπωλείο το 1987, αλλά παρακολουθούσα την κίνηση του βιβλίου ήδη από τη δεκαετία του ’70.
Από τη Μεταπολίτευση και μετά υπήρχε μεγάλο ενδιαφέρον για το δοκίμιο, την πολιτική σκέψη και τα κοινωνικά ζητήματα. Ο κόσμος διάβαζε πολύ και αναζητούσε γνώση. Στη συνέχεια, ιδιαίτερα από τη δεκαετία του ’80 και μέχρι περίπου το 2008, περάσαμε μια χρυσή περίοδο για το βιβλίο στην Ελλάδα.
Το αναγνωστικό κοινό μεγάλωσε, έγινε πιο απαιτητικό και δεν περιοριζόταν μόνο σε εύκολα αναγνώσματα. Υπήρχε ενδιαφέρον για την κλασική λογοτεχνία, για σημαντικά έργα και για βιβλία με ουσιαστικό περιεχόμενο.
Η οικονομική κρίση του 2010 άλλαξε πολλά πράγματα. Μεγάλοι εκδοτικοί οίκοι αντιμετώπισαν σοβαρά προβλήματα και το κοινό στράφηκε περισσότερο σε πιο ελαφριά αναγνώσματα. Δεν το λέω υποτιμητικά. Απλώς άλλαξαν οι συνθήκες και μαζί τους άλλαξαν και οι αναγνωστικές συνήθειες.
Σήμερα στηρίζεται το βιβλίο και τα ανεξάρτητα βιβλιοπωλεία;
Τα ανεξάρτητα βιβλιοπωλεία αντιμετωπίζουν δυσκολίες σε όλη την Ελλάδα. Αυτό είναι κάτι που το γνωρίζω από τις συζητήσεις που είχα όλα αυτά τα χρόνια με εκδότες, αντιπροσώπους και συναδέλφους.
Έχει αλλάξει ο τρόπος αγοράς του βιβλίου. Υπάρχουν οι μεγάλες αλυσίδες, τα πολυκαταστήματα, οι ηλεκτρονικές πωλήσεις. Όλα αυτά επηρεάζουν τα μικρά, ανεξάρτητα βιβλιοπωλεία.
Εμείς δεν κλείνουμε επειδή βρεθήκαμε σε αδιέξοδο. Κλείνουμε γιατί ήρθε η ώρα να φύγουμε με αξιοπρέπεια. Αυτό ήταν πάντα σημαντικό για μένα.
Θέλω να φύγω όπως ακριβώς ξεκίνησα: χωρίς να χρωστάω τίποτα σε κανέναν. Να μη βρεθεί ποτέ άνθρωπος να πει ότι ο Καβαλιέρος του χρωστάει έστω και ένα ευρώ. Αυτή είναι η δική μου αντίληψη για τα πράγματα και έτσι θέλω να ολοκληρωθεί αυτός ο κύκλος.

Αν μπορούσατε να στείλετε ένα μήνυμα στους νέους που μεγαλώνουν περισσότερο με τις οθόνες παρά με τα βιβλία, ποιο θα ήταν;
Πρώτα απ’ όλα δεν πιστεύω ότι πρέπει να αδικούμε τη νέα γενιά.
Υπάρχει η εντύπωση ότι παλιά όλοι οι νέοι διάβαζαν και σήμερα κανείς. Αυτό δεν είναι αλήθεια. Ούτε τη δεκαετία του ’70 ούτε τη δεκαετία του ’80 διάβαζαν όλοι βιβλία. Υπήρχε πάντα ένα σχετικά μικρό αλλά δυναμικό αναγνωστικό κοινό.
Σήμερα εξακολουθούν να υπάρχουν παιδιά που διαβάζουν. Ίσως είναι λιγότερα, ίσως όχι. Το σημαντικό είναι ότι συνεχίζουν να υπάρχουν νέοι άνθρωποι που αγαπούν το βιβλίο.
Εκεί που παρατηρείται μια δυσκολία είναι στη μετάβαση από το παιδικό βιβλίο στην εφηβική και ενήλικη λογοτεχνία. Μέχρι τα 10-12 χρόνια υπάρχει μεγάλο ενδιαφέρον. Οι γονείς αγοράζουν βιβλία, τα παιδιά διαβάζουν, υπάρχουν εξαιρετικοί Έλληνες συγγραφείς παιδικής λογοτεχνίας.
Το πρόβλημα είναι ότι σε μια συγκεκριμένη ηλικία πολλοί νέοι εγκαταλείπουν το διάβασμα και μόνο λίγοι συνεχίζουν. Εκεί βρίσκεται το μεγάλο στοίχημα.
Πού πιστεύετε ότι οφείλεται αυτό;
Σίγουρα παίζει ρόλο η οικογένεια, το σχολείο, αλλά και οι κοινωνικές αλλαγές.
Το σημαντικό είναι να συνεχίσουμε να δίνουμε στα παιδιά τη δυνατότητα να γνωρίσουν το βιβλίο. Από εκεί και πέρα, όποιος το αγαπήσει πραγματικά, θα το κρατήσει για όλη του τη ζωή.
Η Ευαγγελία Γκέλη-Καβαλιέρου θυμάται τέσσερις δεκαετίες στο «Δέντρο»...
Κυρία Ευαγγελία, τι όνειρα είχατε όταν ξεκίνησε αυτό το ταξίδι;
Τα όνειρα ήταν κοινά. Ο Λευτέρης το ξεκίνησε κι εγώ για αρκετά χρόνια ήμουν περισσότερο υποστηρικτής και συνοδοιπόρος. Στην πορεία αφοσιώθηκα κι εγώ ολοκληρωτικά.
Η μεγάλη μας αγάπη ήταν το βιβλίο. Εγώ είχα μεγαλύτερη αδυναμία στη λογοτεχνία και ιδιαίτερα στο παιδικό βιβλίο, ενώ ο Λευτέρης ασχολούνταν με τα πάντα. Αυτό που μας έδινε χαρά ήταν να μεταδώσουμε αυτή την αγάπη στους ανθρώπους.
Η μεγαλύτερη ικανοποίηση ήταν όταν κάποιος επέστρεφε και μας έλεγε: «Το βιβλίο που μου προτείνατε ήταν υπέροχο. Τι άλλο μου προτείνετε τώρα;». Εκεί καταλαβαίναμε ότι είχαμε πετύχει τον σκοπό μας.
Ξεκινήσαμε από την αγάπη για το βιβλίο και όλα τα υπόλοιπα ήρθαν σιγά-σιγά.
Πώς θυμάστε τον Λευτέρη όταν ξεκίνησε αυτό το ταξίδι;
Όταν γνώρισα τον Λευτέρη, τον γνώρισα κυριολεκτικά με ένα βιβλίο στο χέρι.
Θυμάμαι ένα σπίτι γεμάτο βιβλία. Μάλιστα, μετά από έναν σεισμό είχαν πέσει όλα από τις βιβλιοθήκες και βρίσκονταν παντού. Είχε πάθος για το διάβασμα. Όχι απλώς αγάπη, αλλά πραγματικό πάθος.
Και αυτό το πάθος ήθελε να το μοιράζεται. Νομίζω πως ένας από τους λόγους της επιτυχίας του ήταν ακριβώς αυτό. Δεν σκεφτόταν ποτέ σαν έμπορος. Η χαρά του δεν ήταν να πουλήσει ένα βιβλίο, αλλά να το προτείνει σε κάποιον και εκείνος να επιστρέψει ενθουσιασμένος.
Αυτή ήταν η πραγματική του ανταμοιβή.
Υπήρχαν στιγμές που το βιβλιοπωλείο ήταν περισσότερο σπίτι παρά χώρος εργασίας;
Λ.Κ.: Ναι, ήταν το δεύτερο σπίτι μας.
Αλλά ξέρεις κάτι; Η δουλειά του βιβλιοπώλη είναι η ωραιότερη δουλειά στον κόσμο, αρκεί να αγαπάς πραγματικά το βιβλίο.
Δεν μπορείς να διαβάσεις όλα τα βιβλία που κυκλοφορούν. Μπορείς όμως να γνωρίζεις τους συγγραφείς, να παρακολουθείς τις εκδόσεις και να καταλαβαίνεις τι αξίζει να φτάσει στα χέρια των αναγνωστών.
Εγώ είχα μεγάλη χαρά όταν πρότεινα ένα βιβλίο και αργότερα ερχόταν κάποιος να μου το περιγράψει, να μου πει τη γνώμη του, να το συζητήσουμε. Αυτή η ανταλλαγή απόψεων ήταν η ουσία της δουλειάς.
Το βιβλιοπωλείο ήταν ένας χώρος γεμάτος ζωή. Είχαμε επαφή με τον κόσμο, με τα βιβλία, με τις ιδέες. Υπήρχε μια θετική ενέργεια που δύσκολα συναντάς αλλού.

Υπάρχει κάποιο περιστατικό που σας έχει μείνει αξέχαστο;
Ε.Κ.: Στο παλιό κατάστημα ερχόταν ένα παιδί από το δημοτικό με τη μητέρα του και διάλεγαν βιβλία κάθε Σάββατο.
Όταν μεγάλωσε λίγο, άρχισε να έρχεται μόνο του. Τη μία εβδομάδα αγόραζε τρία βιβλία, την άλλη πέντε, μετά επτά. Αρχίσαμε να αναρωτιόμαστε μήπως έπρεπε να ενημερώσουμε τη μητέρα του, γιατί ξέραμε ότι τα αγόραζε με το χαρτζιλίκι του.
Κάποια στιγμή μιλήσαμε μαζί της και τότε μας εξήγησε ότι επιβράβευε τον γιο της για τους στόχους που πετύχαινε μέσα στην εβδομάδα, δίνοντάς του χρήματα για βιβλία.
Αυτό που θυμάμαι περισσότερο ήταν η λάμψη στα μάτια του κάθε φορά που έμπαινε στο βιβλιοπωλείο. Η χαρά του όταν ανακάλυπτε καινούργια βιβλία.
Σήμερα είναι ένας πολύ επιτυχημένος επιστήμονας και κάθε φορά που τον θυμάμαι συγκινούμαι.
Λ.Κ.: Θα σου πω κι εγώ μια ιστορία που δεν ξέχασα ποτέ.
Ερχόταν ένα παιδί στο βιβλιοπωλείο με τα τετράδιά του και καθόταν σε ένα τραπεζάκι να διαβάσει. Κάποια στιγμή τον ρώτησα γιατί ερχόταν καθημερινά.
Μου είπε ότι ήθελε να δώσει εξετάσεις, αλλά οι γονείς του δεν είχαν χρήματα ούτε για φροντιστήριο ούτε για βοηθήματα.
Τον ρώτησα τι ήθελε να σπουδάσει και μου απάντησε πως τον ενδιέφεραν οι θετικές επιστήμες.
Του έδωσα τότε όλα τα βοηθήματα που χρησιμοποιούσαν τα μεγάλα φροντιστήρια της Ρόδου και του είπα να τα κρατήσει όσο χρειαζόταν. Για δύο χρόνια τον βοηθήσαμε όσο μπορούσαμε.
Το παιδί τα κατάφερε. Πέρασε στη σχολή που ήθελε χωρίς φροντιστήρια και αργότερα έγινε γιατρός.
Χρόνια μετά τον συνάντησα σε νοσοκομείο. Με αναγνώρισε αμέσως και συγκινήθηκα πολύ όταν είδα την πορεία που είχε ακολουθήσει.
Αυτές είναι οι στιγμές που δεν ξεχνιούνται...
Αν έπρεπε να περιγράψετε τον Λευτέρη σε κάποιον που δεν τον γνωρίζει, τι θα λέγατε;
Ε.Κ.: Θα έλεγα ότι είναι ένας άνθρωπος που πάντα κρατάει ένα βιβλίο στο χέρι.
Ένας άνθρωπος που μπορεί να ξενυχτήσει διαβάζοντας και το πρωί να συνεχίσει από εκεί που σταμάτησε.
Αν τον έκανα σκίτσο, θα τον ζωγράφιζα με τα σγουρά του μαλλιά, το χαμόγελό του και ένα βιβλίο στο χέρι.
Έτσι ακριβώς τον έχω στο μυαλό μου.
Πώς νιώθετε τώρα που το «Δέντρο» κλείνει τον κύκλο του;
Ε.Κ.: Ήρθε η στιγμή να ολοκληρωθεί αυτό το ταξίδι.
Ήταν ένα όμορφο ταξίδι, με δυσκολίες αλλά και με αμέτρητες όμορφες στιγμές. Τα μηνύματα που λαμβάνουμε αυτές τις ημέρες από τον κόσμο μάς συγκινούν βαθιά.
Αυτό που μένει στο τέλος είναι οι ανθρώπινες σχέσεις, οι φιλίες και η αγάπη που χτίστηκε όλα αυτά τα χρόνια.
Το να έρχεται κάποιος, να σε αγκαλιάζει και να σου λέει πόσο σημαντικό υπήρξε το βιβλιοπωλείο στη ζωή του είναι η μεγαλύτερη επιβράβευση που θα μπορούσαμε να έχουμε.
Λ.Κ.: Τα συναισθήματα είναι ανάμεικτα, αλλά ξέρω πως αυτό έπρεπε να γίνει.
Σαράντα χρόνια δεν είναι λίγα. Αυτό που παίρνω μαζί μου φεύγοντας είναι η αγάπη και η εμπιστοσύνη του κόσμου.
Κάποτε ένας σοφός άνθρωπος μού είχε πει: «Αν καταφέρεις να κάνεις πέντε πραγματικούς φίλους στη ζωή σου, είσαι ευτυχισμένος».
Εμείς, μέσα από το βιβλιοπωλείο, αποκτήσαμε χιλιάδες φίλους.
Και αυτό είναι η μεγαλύτερη παρακαταθήκη που αφήνει πίσω του το «Δέντρο».
Η συνέχεια μετά το «Δέντρο»
Μετά το κλείσιμο του βιβλιοπωλείου, ποιο είναι το μέλλον της Λέσχης Ανάγνωσης «Νίκος Κάσδαγλης»;
Λ.Κ.: Η Λέσχη Ανάγνωσης «Νίκος Κάσδαγλης» συνεχίζεται κανονικά, απλώς πλέον σε διαφορετικούς χώρους. Αυτή την περίοδο αναζητούμε έναν σταθερό χώρο, όμως η φιλοσοφία της παραμένει ίδια.
Πρόκειται για μια ομάδα περίπου είκοσι ανθρώπων που συναντιούνται τακτικά, διαβάζουν κοινά βιβλία και ανταλλάσσουν απόψεις. Δεν υπάρχουν πρόεδροι, εκλογές ή ιεραρχίες· είναι μια λέσχη χωρίς αρχηγούς, που βασίζεται αποκλειστικά στην αγάπη για το διάβασμα.
Το πιο σημαντικό είναι ότι έχει αναπτυχθεί μια πολύ όμορφη χημεία ανάμεσα στα μέλη, κάτι που σε καμία περίπτωση δεν είναι αυτονόητο.
Άρα υπάρχει μια συνέχεια της σχέσης σας με το βιβλίο…
Λ.Κ.: Ναι, ασφαλώς. Έχω πάρα πολλά αδιάβαστα βιβλία στο σπίτι. Το «κομπόδεμά» μου είναι η βιβλιοθήκη μου και είναι μεγάλη. Υπάρχουν βιβλία που θέλω να διαβάσω και άλλα που θέλω να ξαναδιαβάσω.
Επιπλέον, πάντα με ενδιέφεραν και τα κοινά. Δεν έχω πολιτικές φιλοδοξίες, αλλά πιστεύω ότι ο καθένας μπορεί να προσφέρει με τον τρόπο του.
Αν έπρεπε να βάλετε ένα μόνο βιβλίο στη βιτρίνα την τελευταία μέρα λειτουργίας του «Δέντρου», ποιο θα ήταν;
Λ.Κ.: Θα έβαζα τον Οδυσσέα του Τζέιμς Τζόις. Είναι ίσως το δυσκολότερο βιβλίο που διάβασα ποτέ, ένα βιβλίο που με ταλαιπώρησε αλλά και με μάγεψε. Για μένα είναι από τα σπουδαιότερα έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας.
Ε.Κ.: Εγώ θα έβαζα μια συλλογή λαϊκών παραμυθιών. Όχι μόνο επειδή αγαπώ το παιδικό βιβλίο, αλλά γιατί τα παραμύθια κουβαλούν σοφία, μνήμη και εμπειρία πολλών γενεών. Έχουν να μας πουν πολλά χωρίς να μας διδάσκουν με το «πρέπει».
Ποιο θα θέλατε να είναι το τελευταίο μήνυμα που θα αφήσει πίσω του το «Δέντρο»;
Λ.Κ.: Εύχομαι να βρεθούν νέοι άνθρωποι που αγαπούν πραγματικά το βιβλίο και το βλέπουν ως αγαθό, όχι μόνο ως εμπόρευμα.
Μια πόλη χρειάζεται βιβλιοπωλεία. Δεν είναι μόνο ζήτημα αγοράς· είναι ζήτημα πολιτισμού. Θα ήθελα να δω νέες μικρές εστίες πολιτισμού να δημιουργούνται στη Ρόδο, χώρους όπου οι άνθρωποι θα συναντιούνται γύρω από το βιβλίο, τη συζήτηση και τις ιδέες.
Υπάρχουν νέοι που ψάχνουν διεξόδους και έχουν ανησυχίες. Αν κάποιοι από αυτούς αποφασίσουν να δημιουργήσουν κάτι καινούργιο γύρω από το βιβλίο, θα χαρώ πραγματικά. Και αν μπορώ να βοηθήσω με την εμπειρία μου, θα το κάνω ευχαρίστως.
Αυτό θα ήταν το καλύτερο μέλλον για το βιβλίο στη Ρόδο…
*Για σαράντα χρόνια, το «Δέντρο» δεν υπήρξε απλώς ένας χώρος πώλησης βιβλίων. Υπήρξε ένας τόπος ζεστός και οικείος, σχεδόν σιωπηλά σπουδαίος, όπου το βιβλίο δεν στεκόταν ως αντικείμενο, αλλά ως αφορμή για συνάντηση. Ένα βιβλιοπωλείο που έμαθε στους ανθρώπους να σταματούν για λίγο, να ρωτούν, να προτείνουν, να μοιράζονται· να βρίσκουν σε ένα ράφι όχι μόνο έναν τίτλο, αλλά μια διαδρομή.
Στους χώρους του μεγάλωσαν γενιές αναγνωστών. Παιδιά που μπήκαν διστακτικά και έφυγαν κρατώντας το πρώτο τους βιβλίο σαν μικρό θησαυρό. Γονείς που έφερναν τα παιδιά τους και αργότερα τα εγγόνια τους. Εκπαιδευτικοί, μαθητές, άνθρωποι κάθε ηλικίας που βρήκαν εκεί μια σταθερή, σχεδόν τρυφερή σχέση με το βιβλίο και με τους ανθρώπους του…
Και ίσως γι’ αυτό το τέλος του «Δέντρου» μοιάζει περισσότερο με ένα κλείσιμο πόρτας που άφησε όμως ανοιχτές πολλές μνήμες — σε μια πόλη που θα το θυμάται κάθε φορά που θα ψάχνει ένα βιβλίο και μια παλιά, καλή κουβέντα…

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News