Είναι 98 ετών και ράβει ακόμα, ο Σκαρτάδος ο ράφτης, στην Παλιά Πόλη!
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 821 ΦΟΡΕΣ
Έραβε τους Ιταλούς στρατιώτες πριν τον πόλεμο, και τους Εβραίους πριν τους πάρουν οι Γερμανοί
Του είπαν «θα ‘ρθει η δημοσιογράφος…», κι εκείνος με περίμενε στο μικρό σιντριβάνι, μπροστά στους παπαγάλους, με τέτοια άνεση, μ’ ένα χαμόγελο… Πώς είναι αυτός 98 σκέφτηκα, κι ακούει στα τόσο χαμηλόφωνα, και είναι γρήγορος στα πόδια, και βλέπει να περνάει τη βελόνα, κι ας είναι και στα κουτουρού όπως παραπονιέται!
Κι όμως γεννήθηκε το 1928 και πείνασε, και κινδύνεψε, και από καθαρή τύχη έζησε…

Τον χαιρέτησαν οι πάντες μέχρι να φτάσουμε στο δικό του το στενό δρομάκι, κι όταν μ’ έβαλε μέσα στον χώρο που μέχρι σήμερα δουλεύει μου ‘δειξε με καμάρι τις κλωστές, μ’ άφησε να περιεργαστώ το βαρύ σίδερο, «το σηκώνεις;» με ρώτησε με κρυφή περηφάνια, «εγώ σιδέρωνα μ’ αυτό και δυo ώρες, συνεχόμενα…»!
Τι συγκίνηση να τον βλέπω σβέλτο στις κινήσεις, αδυνατισμένο όπως μου λέει με παράπονο μετά από μια μικρή περιπέτεια που είχε με την καρδιά του, να μπαίνει μαζί μου στην είσοδο για να μου δείξει το δωματιάκι που είναι γεμάτο υφάσματα, φερμουάρ, πολύχρωμες κλωστές, κουρτίνες που του φέρνουνε ακόμα να κοντύνει. Μόνο κοντέματα, φαρδέματα και φερμουάρ τώρα πια αλλά τον εμπιστεύονται, κι εκείνος πότε λέει να τα παρατήσει, πότε παίρνει κουράγιο, από τη δουλειά!
«Τόσα χρώματα που βλέπεις στις κουβαρίστρες, τόσα χρώματα φουστάνια έκανα, μου λέει. Και παλτά και ζακέτες και γαμπριάτικα… Ενενήντα χρόνια στη βελόνα, έραβα τους Ιταλούς στρατιώτες πριν τον πόλεμο, έραβα τους Εβραίους πριν τους πάρουν οι Γερμανοί… Οκτώ χρονών ξεκίνησα, τώρα δεν βλέπω να περάσω τη βελόνα της ραπτομηχανής, την περνάω στα κουτουρού, αλλά την περνάω…»!
Για 90 χρόνια, από τα οκτώ του ήταν ο «Σκαρτάδος ο ράφτης», της Παλιάς Πόλης, ο γείτονας του Αλή του ράφτη, άλλη μεγάλη μορφή εκείνος, λίγα μέτρα τους χώριζαν, καλημερίζονταν τα πρωινά. Εκείνος διάσημος στα γυναικεία φορέματα, κι ο Σκαρτάδος στα αντρικά και στις γυναίκες που ήθελαν στενέματα, φαρδέματα, κοντέματα, μέχρι και σήμερα.
Τι δύναμη βρίσκει ο άνθρωπος όταν δεν το βάζει κάτω, όταν η υγεία του συνεχίζει να είναι καλή, κι όταν τη ζωή την έχει φιλοσοφήσει όχι μέσα από τα βιβλία, αλλά από τα δικά του τα πάνω και τα κάτω.
«Είναι άδικη η ζωή, μου παραδέχτηκε, «όχι από τον Θεό, από τον άνθρωπο»!
Το σίδερό σας πόσων χρόνων είναι, τον ρώτησα.
Πενήντα και… Για πήγαινε πιάσ’ το. Το σηκώνεις; Το πρώτο σίδερο που είχα ήταν με φουγάρο, με κάρβουνα. Τα ανάβαμε το πρωί και όλη την ημέρα κρατούσε με κάρβουνα. Πήγα όμως το 1950 φαντάρος, κι έκανα δυο χρόνια, κι εκεί ο γιατρός μου είπε να σταματήσω το σίδερο με τα κάρβουνα γιατί με πείραζε. Και πήρα πια το ηλεκτρικό. Τώρα δεν μπορώ να το σηκώσω, αλλά το σήκωνα όλα μου τα χρόνια και δυο ώρες συνεχόμενα. Όταν εράβαμε τα γαμπριάτικα, για το μαύρο χρώμα ή το μπλε, το σίδερο έπρεπε να είναι πολύ πυρό και κάναμε ένα κόλπο για να φύγει η γυαλάδα.
Δεν φαίνεται καθόλου η ηλικία σας! Από πού ήρθατε, πώς ζήσατε, πόσο δύσκολα ήταν για εσάς, σ’ αυτή τη ζωή;
Γεννήθηκα το 1928. Η μάνα μου Καλυμιά, κι ο πατέρας μου ήρθε από την Αστυπάλαια και την γνώρισε εκεί. Η μάνα μου ήταν από το σόι των Ντρή. Ντρίδενα… Γιατί το λέω έτσι. Είχε γίνει ένα μεγάλο κακό στην οικογένεια. Είχε τρία ξαδέλφια, πολύ δυνατά παιδιά και μάθανε ότι η αδελφή τους είχε συνάψει ερωτική σχέση, με Ιταλό! Την σκότωσαν. Κατάσκοποι ήταν ο Κώστας, κι ο Πανορμίτης, κι η αδελφή τους με Ιταλό; Όταν την σκότωσαν πήραν το καΐκι τους που το γέμιζαν χαλίκι που το πουλούσαν στις οικοδομές, το πήραν και βγήκαν στην Κύπρο. Αν τους πιάνανε οι Ιταλοί θα τους σκοτώναμε. Στη γ΄ Δημοτικού ήμουν εγώ τότε, στα μισά της γ΄ πήγα. Μια ώρα κάναμε Ελληνικά, κι όλες τις άλλες, Ιταλικά. Οι Ιταλοί κλείσανε τα σχολεία, κάναμε μια επανάσταση σκοτώσανε και τον Καζόνη. Ο πατέρας μου δούλευε σαν χαμάλης, αλλά δεν βγαίναμε οικονομικά και το 1938 όλη η οικογένεια ήρθαμε στη Ρόδο, στα Μαράσια, στην Αγία Αναστασία. Τότε εκεί τους λέγανε «τα φελάκια», γατί κόβανε σαν τσιγαρόχαρτο το ψωμί. Κοιμηθήκαμε στο δρόμο, τρία παιδιά, οι γονείς κι η θεία. Πήγαμε με τα πόδια στα Κοσκινού, μας λυπήθηκε μια γυναίκα μας έδωσε κάπου να μείνουμε, κλέβαμε το νερό από τα πηγάδια για να πιούμε. Μείναμε από το 1938 έως το 1943, δεν είχε τίποτα εκεί πέρα από τους ασβέστες, που κάνανε. Ο πατέρας μου το 1942 εξαφανίστηκε, μπήκε στην Αντίσταση ήταν του Γυμνασίου. Γύρισε στο σπίτι το 1945.
Κι έτσι η οικογένεια έμεινε χωρίς πατέρα! Κι εσείς οκτώ χρονών πρωτοπιάσατε τη βελόνα!
Μεγάλη πείνα στη Ρόδο, ήρθαν οι Γερμανοί. Πήραμε το δρόμο και φτάσαμε με τα πόδια στην Κατταβιά. Μας βάλανε να σπέρνουμε σιτάρι, κριθάρι. Κι οι Γερμανοί ακόμα πεινούσαν. Δεν έμεινε ούτε σκύλος ούτε γάτα. Έφαγα κι εγώ, έφαγα και γάιδαρο. Πήγαινα στον Αίθωνα με τα πόδια, έκλεβα πορτοκάλια. Είχε νάρκες, αλλά δεν τις πάτησα. Ονειρευόμασταν τη νύχτα φαγιά και ότι πίνουμε νερό. Καταλήξαμε στη Μαλώνα γιατί εκεί είχε λάδι. Ο Θεός μάς έδινε δύναμη; Εγώ οκτώ χρονών είχα ξεκινήσει να μαθαίνω ράφτης. Ήρθε μια κυρία, της έραψα ένα στρίφωμα και μου λέει «έλα από το σπίτι μετά». Μου βάζει σ’ ένα πιάτο ψωμί, με λάδι κι ελιές. Τα έφαγα γρήγορα-γρήγορα και μόλις τα ‘φαγα περπάτησα δύο μέτρα για να φύγω και έκανα αμέσως εμετό. Αλλά, ζήσαμε. Και το 1945 ήρθαμε στην Παλιά Πόλη, στην Εβραϊκή Κοινότητα, στο δεύτερο σιντριβάνι.
Στην Οβριακή, λοιπόν! Εκεί έμεναν οι Εβραίοι της Ρόδου!
Τους Εβραίους μόλις τους είχανε πάρει ο Γερμανοί. Βρήκαμε ένα δικό τους σπίτι εγκαταλειμμένο, μισοβομβαρδισμένο και μπήκαμε μέσα. Αυτούς τους είχαν πάρει. Τη νύχτα ήρθε ένας ποντικός μου δάγκωσε τ’ αυτί, τρέχανε τα αίματα. Τα θυμάμαι όλα, δεν ξέχασα τίποτα. Το 1945 ήταν οι Εγγλέζοι στη Ρόδο, δεν είχε δουλειές. Πήγα στο Τελωνείο και δούλεψα χαμάλης, δύο χρόνια. Παπούτσια έβαλα το 1947, ξυπόλυτος ήμουν, τόσο σκληρό το δέρμα που καρφί δεν περνούσε. Ξεφορτώναμε το καράβι και μας δίνανε κανένα τσιγάρο, οι Εγγλέζοι. Μια φορά τσακώθηκα με τον Ινδό τον φαντάρο, είχε Ινδούς η Ρόδος, με πάνε στο κρατητήριο, ο Άγιος Παντελεήμονας στην Παλιά Πόλη ήτανε Αστυνομικό Τμήμα, εκεί που είναι το ιερό σήμερα του ναού ήταν τα κρατητήρια.
Αυτό το «από τύχη ζήσατε» έχει μία ακόμα συγκλονιστική περιγραφή. Πείτε μου για εκείνην τη φορά;
Μια φορά, μ’ έναν ξάδελφό μου, καθόμασταν στο καφενείο. Ήρθανε οι Γερμανοί, λένε «πάμε…»! Είπαμε, θα μας σκοτώσουν. Μας πήγαν στα Καβουράκια. Από τον δρόμο είδαμε ότι στη μέση του χωραφιού είχε μια συκιά, κι εκεί υπήρχε ένα σώμα διαμελισμένο. Τα κομμάτια του παντού. Το χωράφι ήταν ναρκοθετημένο. Ο άνθρωπος, πήγε μέσα στη μαύρη πείνα να μαζέψει σύκα, πάτησε νάρκη και διαμελίστηκε. Οι Γερμανοί μας πήγαν εκεί για να μπούμε στο χωράφι να μαζέψουμε, σ’ ένα τσουβάλι, τα κομμάτια του. Μου έδειξαν ένα σημείο να περάσω που υπήρχε πιθανότητα να μην πατήσω νάρκες. Μπήκα. Τα μάζεψα όλα τα κομμάτια του ανθρώπου εγώ. Ο άλλος μόνο έκλαιγε. Τι να πω! Στάθηκα τυχερός.
Τι σκέψεις κάνατε; Πόσο απίστευτο είναι αυτό που ζήσατε!
Τι να σκεφτώ… Όταν έχεις ζωή, τα χρόνια δεν τα χάνεις; Δεν ξέρω.
Στο στρατό ήσασταν ράφτης και μετά είχατε πέντε βοηθούς!
Από το 1948 είχα μαγαζί στο μικρό σιντριβάνι. Το πήρα από Εβραίο, τον Μουσέ, που είχε γυρίσει από το στρατόπεδο συγκέντρωσης, ο μόνος και ήρθε πίσω, κι έφτιαχνε χαρτοσακούλες. Ο Σαλβάρης μου έμαθε τότε να παίρνω μέτρα, να κάνω γεωμετρία, ήταν κι ο Δελαπόρτας… Ήμουν καθαρός στο σώμα, ποτέ δεν έφαγα σκόρδο και κρεμμύδι, το απαιτούσε η δουλειά… Μετά τη δεκαετία του 1970 οι καλφάδες (οι βοηθοί) πήγαν να δουλέψουν στα ξενοδοχεία, λιγόστεψε η δουλειά στο ράψιμο και το γύρισα στα τουριστικά, έραβα τέσσερα νούμερα για τουριστικά φορέματα και βερμούδες.
Και στο ποδόσφαιρο προσφέρατε σαράντα χρόνια, μου λένε!
Δημιούργησα την ποδοσφαιρική ομάδα του Κάστρου, μέσα στην Παλιά Πόλη μάζεψα όλα τα παιδιά, τα μικρά. Πρώτα στον Δωριέα και μετά έφτιαξα την ομάδα του Κάστρου. Με τίμησαν γι αυτό. Πολλές φορές με φωνάζουν «γεια σου, πρόεδρε.» Δεν τους θυμάμαι.
Όλοι σας αγαπάνε! Ο πρώτος στο ράψιμο, ο πρώτος στο ποδόσφαιρο, ο πρώτος στο ποδήλατο. Πείτε μου για το ποδήλατό σας;
Το πήρα το 1959. Με το ποδήλατο κυκλοφορούσα μέχρι το 2022, που έπεσα.
Μέχρι τα 95 σας δηλαδή, πάνω στο ποδήλατο!
Τα χρόνια περάσανε νεράκι. Τώρα δεν καλοβλέπω. Έχασα και πολλά κιλά, τώρα τελευταία…
Τι θέλετε από εδώ και πέρα;
Να μπορώ να περπατώ, να κάνω καμιά βόλτα. Καμιά φορά λέω να παρατήσω τη βελόνα… Και θέλω ο Χάρος να με πάρει μια κι έξω. Όχι να τυραννήσω ανθρώπους.
Πάμε; Θα κλείσετε, εδώ;
Περίμενε να σκεπάσω τη ραπτομηχανή γιατί ακόμα τη σέβομαι.
Περπατώ μαζί του στο βοτσαλωτό, στο στενό δρομάκι που οδηγεί στο σπίτι του και θυμάμαι στο «Καπετάν Μιχάλης» του Νίκου Καζαντζάκη, τον εγγονό…
«Πώς ήταν τα 100 τόσα χρόνια, παππού…;»
«Σαν ένα ποτήρι κρύο νερό, παιδί μου…»
«Και ξεδίψασες;...»…

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News