Ι. Βολανάκης: Φαρμακευτικά και αρωματικά φυτά της Ελλάδας
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 1307 ΦΟΡΕΣ
Όρδεον το κοινόν (Hordeum vulgare), κοινώς κριθάρι
Γράφει o
Δρ. Ιωάννης Ηλ. Βολανάκης
Επίτιμος Έφορος Αρχαιοτήτων
Πρόκειται για το κοινώς λεγόμενο «κριθάρι», το οποίο ανήκει στο γένος Όρδεον (Hordeum).
Το γένος αυτό υπάγεται στην οικογένεια Αγρωστίδες (Gramineae) και περιλαμβάνει περίπου εικοσιπέντε (25) είδη, τα οποία απαντούν κυρίως στις εύκρατες περιοχές. Πιστεύεται, ότι είναι το πρώτο φυτό, το οποίο εκαλλιέργησε ο άνθρωπος. Το κριθάρι ήταν γνωστό ήδη κατά την Νεολιθική Εποχή (πριν από περίπου 10.00 χρόνια). Στην Ελλάδα αυτό εκαλλιεργείτο από το 4.000 π. Χ. Στην Μεσοποταμία το κριθάρι εκαλλιεργείτο από τους Σουμερίους, Ασσυρίους και Βαβυλωνίους – είναι οι λαοί εκείνοι, οι οποίοι ανέπτυξαν τους πρώτους υψηλούς πολιτισμούς στην Μέση Ανατολή - ήδη από το 3.000 - 2.000 π. Χ.
Η καταγωγή του κριθαριού δεν είναι ακριβώς γνωστή. Ορισμένοι συγγραφείς αναφέρουν ως τόπο καταγωγής αυτού την Μεσοποταμία. Ο διαπρεπής Ρώσσος γενετιστής Nicolai Vavilov θεωρεί ως τόπο καταγωγής του κριθαριού την Αβησσυνία και πιθανόν την ΝΑ Ασία (Κίνα, Θιβέτ, Νεπάλ).
Το κριθάρι είναι μονοετές, ποώδες φυτό (ύψους 0,80-1,00 μ.), με πλατιά, επίπεδα, παραλληλόνευρα φύλλα. Κύριο χαρακτηριστικό για την διάκριση του κριθαριού από τα άλλα σιτηρά, κατά την νεαρή του ηλικία, είναι τα λεγόμενα «ωτία», ήτοι δύο προεξοχές, που σχηματίζει στη βάση του το έλασμα του φύλλου και οι οποίες περιβάλλουν το στέλεχος.
Η ταξιανθία του κριθαριού είναι στάχυς σύνθετος. Αποτελείται από πολλά σταχύδια, τοποθετημένα στους κόμβους της ράχης. Από κάθε κόμβο φύονται τρία μονανθή σταχύδια. Κάθε σταχύδιο αποτελείται από ένα άνθος με δύο λέπυρα, που καταλήγουν σε λεπτή, επιμήκη προεξοχή, το άγανο.
Υπάρχουν είδη και ποικιλίες που λέγονται δίστοιχες, γιατί φέρουν δύο σειρές ή στοίχους σταχυδίων κατά μήκος της ράχης του στάχυος και ποικιλίες εξάστοιχες, γιατί τα σταχύδια και οι κόκκοι είναι διατεταγμένα σε έξι (6) σειρές (ξατροχάρι ή ξετροχάρι, Κρήτη). Η σύνθεση του σπέρματος του κριθαριού είναι κατά μέσον όρο η εξής : νερό 14 %, πρωτεϊνες 9,6 %, έλαιο 2,4 %, άμυλο 66,5 %, κυτταρίνες 5,1 %, και τέφρα 2,4 %. Το κριθάρι είναι φυτό ευρείας προσαρμοστικότητας και καλλιεργείται σε όλα σχεδόν τα κλίματα, από τις τροπικές χώρες έως τον αρκτικό κύκλο. Είδη του γένους ΄Ορδεον (Hordeum), τα οποία απαντούν ως αυτοφυή στην Ελλάδα, είναι τα ακόλουθα:
1)΄Ορδεον το βολβώδες (Hordeum bulbosum)
2)΄Ορδεον το παράλιον (Hordeum marinum)
3)΄Ορδεον το μύουρον (Hordeum myrinum)
4)΄Ορδεον ο ύστριξ (Ηordeum hystrix)
5)΄Ορδεον το αυτοφυές (Hordeum spontaneum), το οποίον απαντά στην Κρήτη.
Το κριθάρι και τα παράγωγά του αναφέρονται στην αρχαία, καθώς και στην μεσαιωνική και την νεότερη γραμματεία. Ενδεικτικά αναφέρονται τα επόμενα παραδείγματα :
Α) Παλαιά Διαθήκη
1) « … εύρεν …εκατοστεύουσαν κριθήν». (Γέν. ΚΣΤ΄, 12).
2) «Το δε λίνον και η κριθή επλήγη». (΄Εξοδ. Θ΄, 31).
3) « Η γαρ κριθή παρεστηκυία». (΄Εξοδ. Θ΄, 31).
4) «Εγκρυφίαν κρίθινον φάγεσαι αυτά». ( Ιεζ. Δ΄, 12).
Β) Καινή Διαθήκη
1) « Πέντε άρτους κριθίνους…». (Ιω. 6, 9).
2) «Τρεις χοίνικες κριθών». (Αποκ. 6, 6).
Γ) Ομηρικά έπη
Στα Ομηρικά έπη (Ιλιάδα – Οδύσσεια) γίνεται συχνή αναφορά στην κριθή και στα παράγωγα αυτής. Το κριθάρι εχρησιμοποιείτο ως τροφή, τόσο για τους ανθρώπους, όσο και για τα ζώα.
Στην Οδύσσεια αναφέρεται, ότι το κριθάρι εδίδετο μετά του αραβοσίτου ως τροφή στους ίππους:
« ….Οι δ΄ (θεράποντες) ίππους μεν λύσαν υπό ζυγού ιδρώοντας,
και τους μεν κατέδησαν εφ΄ ιππείησι κάπησι,
παρ δ΄ έβαλον ζειάς, ανά δε κρι λευκόν έμιξαν». (΄Ομηρος, Οδύσσεια δ, 39-41).
Δ) Ηρόδοτος ο Αλικαρνασσεύς (484 – 410 π. Χ.)
Ο Ηρόδοτος γράφει αναφορικά με το κριθάρι, μεταξύ άλλων και τα εξής :
1) Όλοι οι άνθρωποι, πλην των Αιγυπτίων, από «πυρών και κριθέων ώλλοι ζώουσι» (Ηροδότου, Ιστοριών Β’, 36).
2) Οι αρχαίοι Αιγύπτιοι εχρησιμοποιούσαν το κριθάρι για την παρασκευή οινοπνευματώδους ποτού, είδους μπύρας. (Ηροδότου, Ιστοριών, Β’, 77).
Ε) Ξενοφών ο Αθηναίος ( 434 – 355 π. Χ.)
Ο Ξενοφών αναφέρει, ότι στην Αρμενία υπήρχε κριθάρι, από το οποίον παρεσκευάζετο οινοπνευματώδες ποτό, είδος μπύρας. (Ξενοφώντος, Κύρου Ανάβασις 4, 5, 26).
ΣΤ) Θεόφραστος Μελάντα ο Ερέσιος ( 372-287 π. Χ.)
Ο Θεόφραστος, μαθητής και διάδοχος του Αριστοτέλους του Σταγειρίτου, αναφέρεται συχνά στην κριθή και στις ιδιότητές αυτής. Ενδεικτικά παρατίθενται τα επόμενα παραδείγματα :
1) « …τα μεν πολύρριζα καθάπερ πυρός, τίφη, κριθή, παν το τοιούτο, καθάπερ εικαζούσαις…».
(Θεόφραστος, Περί φυτών ιστορίας 1, 6, 5).
2) « Απολυθείς δ’ ευθύς ανθεί μεθ’ ημέρας τέτταρας ή πέντε και πυρός και κριθή και ανθεί σχεδόν τας ίσας, οι δε τα πλείστα λέγοντες εν ταις επτά φασιν απανθείν». (Θεόφραστος, Περί φυτών ιστορίας 8, 2, 5).
3) «Μετά δε την απάνθησιν αδρύνονται και τελειούνται πυρός μεν και κριθή τετταρακοσταία μέλιστα». (Θεόφραστος, Περί φυτών ιστορίας 8, 2, 6).
4) «Τα μεν ουν όλα γένη τοιαύταις έχει διαφοράς. Τα δε ομογενή δήλον ότι κατά την των μερών ανωμαλίαν, οίον των σιτωδών πυρός κριθής στενοφυλλότερον και λειοκαυλότερον και πυκνότερον και γλισχρότερον έχει τον καυλόν και δυσθλαστότερον. Άμα δε και ο μεν εν χιτώσι πολλοίς, η δε γυμνόν. Μάλιστα γαρ δη γυμνοσπέρματον η κριθή». (Θεόφραστος, Περί φυτών ιστορίας 8, 4, 1).
Ζ) Διοσκουρίδης ο Πεδάνιος ή Αναζαρβεύς (7-78 μ. Χ.)
Ο Διοσκουρίδης, σπουδαίος ΄Ελληνας Ιατρός, Φαρμακολόγος και Βοτανολόγος, γράφει αναφορικά με την κριθή τα επόμενα:
«Κριθή δε αρίστη η λευκή και καθαρά, ατροφωτέρα δε πυρού. Του μέντοι γενομένου εξ αυτής αλφίτου η πτισάνη τροφιμωτέρα διά την εν τη εψήσει χύλωσιν, ποιούσα προς τας δριμύτητας και τας περί αρτηρίαν τραχύτητας και ελκώσεις, προς ας και η πυρίνη πτισάνη αρμόζει, τροφιμωτέρα και ουριτικωτέρα ούσα.
Κατασπά δε και γάλα συνεψηθείσα μαράθου σπέρματι και ροφουμένη. ΄Εστι δε η κριθή ουρητική, σημηκτική, φυσώδης, κακοστόμαχος, συμπεπτική οιδημάτων. Διαφορεί δε το εξ αυτής άλευρον μετά σύκων και μελικράτου εψηθέν οιδήματα και φλεγμονάς, συμπέσσει δε τας σκληρίας μετά πίσσης και ρητίνης και περιστεράς κόπρου, συν μελιλώτω δε και κωδίαις (μήκωνος) ανωδυνίαν παρέχει τοις πλευράν αλγούσι.
Καταπλάσσεται δε και προς εμπνευματώσεις εντέρων μετά λινοσπέρμου και τήλεως και πηγάνου, μετά πίσσης δε υγράς και συν μυρσίνη δε ή οίνω ή αχράσιν ή βάτω ή σιδίοις κοιλίας ρεύματα ίστησι, συν κυδωνίω δε ή όξει ποδαγρικάς φλεγμονάς ωφελεί. Εψηθέν δε μετ΄ όξους δριμέως, ον τρόπον ωμή λύσις, και θερμόν επιτιθέμενον λέπρας υγιάζει. Χυλωθέν δε συν ύδατι το άλευρον εψηθέν τε και πίσση εστί πυοποιόν, συν όξει δε χυλωθέν και εψηθέν μετά πίσσης προς τα των άρθρων ρεύματα αρμόζει. Το δε εξ αυτών άλφιτον κοιλίας σταλτικόν και φλεγμονών πραϋντικόν». (Διοσκουρίδης, Περί ύλης ιατρικής ΙΙ, 86).
Οι αρχαίοι ονόμαζαν τα άλευρα, τα προερχόμενα από το κριθάρι «άλφιτα».
Οι Θράκες ονόμαζαν το ποτό, το οποίον παρήγετο από το κριθάρι «βρύτον», ο Αριτοτέλης ο Σταγειρίτης «πίνον» και ο Διοσκουρίδης ο Πεδάνιος «ζύθον, κούρμι και μέθυ».
Οι Ιουδαίοι κατά τις προσφορές των προς τον Θεόν και τις θυσίες έκαιαν και λίγο κριθάρι. Οι Ρωμαίοι παρεσκεύαζαν από αλεύρι κριθής είδος πλακούντος. Οι ΄Ελληνες ανεμείγνυαν σιτάρι μαζί με κριθάρι και έτσι απετελείτο ο λεγόμενος «σμιγός» (σημερινό «μιγάδι»).
Λαϊκή Ιατρική
1) Υπάρχει μία πάθηση των οφθαλμών, η οποία ονομάζεται «Κριθή, η» και στη γλώσσα του λαού «κριθαράκι». Η ονομασία του εξανθήματος αυτούς προέρχεται από την ομοιότητά του προς το κριθάρι. Πρόκειται για ένα μικρό σπυράκι, το οποίο εμφανίζεται στα βλέφαρα, ομοιάζει με σπέρμα κριθής, περιέχει πύον και είναι λίαν ενοχλητικό. Παλαιότερα και σύμφωνα με την Λαϊκή Ιατρική, αντιμετωπίζετο με το να το τρυπήσει κάποιος, χρησιμοποιώντας το άγανο κριθαριού, ώστε να φύγει το πύον.
2) Σε Κρητικό Ιατροσόφιον του 19ου αι. αναφέρονται μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα:
α) «Περί μαλαγκονίας (= μελαγχολίας) και ολιγοψυχίας από χολήν.
΄Επαρε κόλλα των τζαγκάρων και κριθαράλευρον και ζάχαρι και νερών, πότισον τρις ταχυνές νιστικόν και σβίνη την θέρμην και την χολήν, ότι από χολής έρχεται». (Ν. Εμμ. Παπαδογιαννάκης, Κρητικό Ιατροσόφιον του 19ου αιώνα, Ρέθυμνο 2001, σ. 87).
β) «Εις πόνον στομάχου.
Κριθαράλευρον και λιναρόσπορον ψήσον με ξύδι και κρασί και κάμε έμπλαστρον, βάλε στο στομάχι». (Ν. Εμμ. Παπαδογιαννάκης, έ.α., σ. 92).
γ) «Εις ξεστραμπούλισμα φόλισις (= διάστρεμμα μέλους).
Άσπρον αυγού ζήμοσον με κριθαράλευρον και ρακή καλή, βάλε απάνο και δέσε και άφιστο έως να ξεκολήσι απατόντου (= από μόνον του)». (Ν. Εμμ. Παπαδογιαννάκης, έ.α., σ. 121).
Λαογραφία
Στο ΝΑ άκρο οικισμό Παραδείσι της Ρόδου κείται το μεσαιωνικό ναύδριο του Αγίου Μερκουρίου, εντός του οποίου διατηρούνται παλαιές τοιχογραφίες. Σε μία από αυτές εικονίζεται ο πάτρωνας του ναού ΄Αγιος Μερκούριος, έφιππος. Οι κάτοικοι του οικισμού συνηθίζουν να ρίχνουν από το Αγιοθύριδο (το παράθυρο, το οποίο ανοίγεται στο μέσον της αψίδας του Ιερού Βήματος) λίγο κριθάρι, δήθεν για να χρησιμεύσει ως τροφή για το άλογο του Αγίου Μερκουρίου.
Στην πραγματικότητα πρόκειται για λατρευτικό χειρισμό, που συνεχίζει αρχαιότατη παράδοση, σύμφωνα με την οποία, οι αρχαίοι ΄Ελληνες, οι Ρωμαίοι και οι Εβραίοι, χρησιμοποιούσαν κριθάρι ως προσφορά, κατά την τέλεση των διαφόρων θυσιών, επειδή το κριθάρι και τα παράγωγά του απετέλεσαν αρχαιότατη, βασική τροφή του ανθρώπου και εθεωρείτο ότι η ύπαρξη και η χρήση αυτού φέρει ιερό χαρακτήρα, διότι εξασφαλίζει την ζωή.

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News