Δρ. Ιωάννη Ηλ. Βολανάκη: Φαρμακευτικά και αρωματικά φυτά της Ελλάδας: Δακτυλίτις η εριώδης (Digitalis lanata), κοινώς δακτυλίτιδα
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 1502 ΦΟΡΕΣ
Του
Δρ. Ιωάννη Ηλ. Βολανάκη
Επίτιμος Έφορος Αρχαιοτήτων
Το φυτό αυτό, το οποίο απαντά ως αυτοφυές και στην Ελλάδα, ανήκει στο γένος Δακτυλίτις ή Διγιτάλις (Digitalis) και στην οικογένεια Σκροφουλαριίδες (Scrophulariaceae). Το γένος Διγιτάλις (Digitalis) ή Δακτυλίτις περιλαμβάνει περίπου εικοσιπέντε (25) είδη, τα οποία απαντούν σε πολλές περιοχές της Ευρώπης, της Ασίας και της Βορείου Αφρικής.
Στην Ελλάδα απαντούν ως αυτοφυή επτά (7) είδη και είναι γνωστά με τα κοινά ονόματα: χελιδονόχορτο, κορακοβότανο, κορακόχορτο, πουντιόχορτο και άλλα. Τα είδη του γένους αυτού είναι φυτά άκρως τοξικά και δηλητηριώδη και χρησιμοποιούνται πολύ στη φαρμακευτική, επειδή περιέχουν δραστικές χημικές ουσίες, όπως είναι: η διγιταλίνη, διγιτοξίνη, γιτοξίνη και διάφορες άλλες.
Η ονομασία του φυτού Δακτυλίτις (Digitalis) οφείλεται στο γεγονός, ότι τα άνθη αυτού έχουν το σχήμα και το μέγεθος μιάς δακτυλήθρας (μετάλλινο κάλυμμα που καλύπτει συνήθως το άκρο του δείκτη της αριστερά χειρός, ώστε αυτό να προστατεύεται από άστοχα τρυπήματα της βελόνας, κατά τη διάρκεια του ραψίματος με το χέρι). Στα γερμανικά η δακτυλήθρα καθώς και το φαρμακευτικό φυτό Δακτυλίτις φέρουν το όνομα Fingerhut = κάλυμμα του δακτύλου. Το σχήμα, το μέγεθος και το χρώμα των ανθέων της Δακτυλίτιδος βοηθούν επίσης στην αναγνώριση και ταυτοποίηση του βοτάνου αυτού.

Πρόκειται για φυτό ποώδες διετές ή πολυετές. Κατά το πρώτο έτος βγάζει μόνο τη ροζέτα των φύλλων κοντά στη ρίζα και το δεύτερο έτος αναπτύσσει έναν όρθιο, χνουδωτό βλαστό (ύψους 1,00-1,50 μ. περίπου), χωρίς διακλαδώσεις, στην κορυφή του οποίου βγάζει κατά την διάρκεια των θερινών μηνών (Ιούλιος-Σεπτέμβριος) τα άνθη, τα οποία είναι ερμαφρόδιτα (έχουν αρσενικά και θηλυκά όργανα). Η γονιμοποίηση επιτυγχάνεται μέσω των εντόμων και του αέρα. Μετά την άνθηση και τη γονιμοποίηση τα άνθη ακολουθούνται από κάψουλες με πολλούς σπόρους.
Σημειωτέο, ότι τα φύλλα του φυτού Διγιτάλις η εριώδης ομοιάζουν με τα φύλλα του βοτάνου Σύμφυτον το φαρμακευτικόν (Symphytum officinale), κοινώς πηκτή, προκοπιανά, στεκούλα, χονδρούτσικο κλπ. και αυτό έχει ως αποτέλεσμα να προκαλούνται πολλές δηλητηριάσεις, επειδή δεν είναι εύκολος ο σαφής διαχωρισμός των δύο αυτών βοτάνων.
Παλαιότερα επιστεύετο, ότι η Δακτυλίτις ήταν άγνωστη ως φαρμακευτικό φυτό στους αρχαίους μεσογειακούς λαούς. Όμως σήμερα υποστηρίζεται υπό πολλών ερευνητών, ότι η Δακτυλίτις ταυτίζεται με την υπό του Θεοφράστου αναφερομένη «Αριστολοχία» και υπό του Διοσκουρίδου «Αριστολοχεία», οπότε οι αρχαίοι εγνώριζαν τις θεραπευτικές ιδιότητες αυτής και την εχρησιμοποιούσαν αναλόγως.
Η τοξική ιδιότητα της Δακτυλίτιδος έγινε γνωστή στη δυτική Ευρώπη κατά τον 16ον αι. μ. Χ., χωρίς όμως να γίνουν γνωστές και οι θεραπευτικές αυτής ιδιότητες. Οι καρδιοτονωτικές ιδιότητες της Δακτυλίτιδος ανεκαλύφθησαν κατά το έτος 1775 μ. Χ. από τον Ουϊλιαμ Γουίθρκιγκ. Κατά το έτος 1785 μ. Χ. εχρησιμοποιήθηκε το πρώτον στη θεραπεία της υδρωπικίας και κατά τον 19ον αι. άρχισε να χρησιμοποιείται ευρέως για τη θεραπεία των καρδιακών παθήσεων.
Τα είδη του γένους Δακτυλίτις είναι, ως ήδη ανεφέρθη, ποώδη φυτά, λεία ή χνουδωτά, που σχηματίζουν συνήθως κατά τον πρώτο χρόνο κατακόρυφο βλαστό με φύλλα μεγάλα, ωοειδή ή λογχοειδή, με πολλά νεύρα εμφανή κυρίως στην κάτω επιφάνεια αυτών. Τα άνθη είναι μεγάλα, κόκκινα, κίτρινα ή λευκωπά, σε επιμήκεις ταξιανθίες τύπου βότρυ.
Στη θεραπευτική χρησιμοποιούνται κυρίως τα φύλλα που δεν έχουν οσμή, αλλά γεύση έντονα πικρή. Δραστικά χημικά συστατικά των φύλλων είναι διάφοροι γλυκοσίδες, που επιδρούν στην καρδιά, σαπωνίνες, φλαβονοειδή, χολίνη, καφεϊκό και άλλα οξέα. Τα σπέρματα επίσης περιέχουν μερικά από τα συστατικά αυτά.
Δακτυλίτις η πορφυρά (Digitalis purpurea)
Το είδος Δακτυλίτις η πορφυρά (Digitalis purpurea) έχει πολύτιμες φαρμακευτικές ιδιότητες, αλλά και καλλωπιστική αξία. Φέρει βλαστό όρθιο, όχι μεγαλύτερο του μέτρου, λίγο χνουδωτό, με φύλλα στενόμακρα, μυτερά, ελαφρώς οδοντωτά, θαμπά και χνουδωτά. Τα άνθη είναι συγκεντρωμένα σε έναν επάκριον μονόπλευρον βότρυ, είναι μεγάλα, κρεμάμενα, με πεντάλοβο κάλυκα και μονοκόμματη στεφάνη, η οποία έχει μήκος 0,05 μ. και είναι σωληνοειδής, κωδωνόσχημος, ελαφρώς ακανόνιστη, με χρώμα ροζ-πορφυρό, διάστικτο από κηλίδες πορφυρού σκούρου χρώματος, στο εσωτερικό αυτών. Οι στήμονες είναι τέσσερις, δύο μακρύτεροι και δύο βραχύτεροι. Ο καρπός της Δακτυλίτιδος είναι κάψα δίχωρος, πολύσπερμος.
Πρόκειται για φυτό αυτοφυές, το οποίον απαντά σε πολλά μέρη, ενώ καλλιεργείται ως φαρμακευτικό στην κεντρική και δυτική Ευρώπη. Στην Ελλάδα απαντούν ως αυτοφυή, σε δάση ή χέρσους δροσερούς τόπους επτά (7) είδη, ήτοι:
1) Δακτυλίτις η σιδηρόχρους (Digitalis fertuginea)
2) Δακτυλίτις η εριώδης ( Digitalis lanata)
3) Δακτυλίτις η αμφίβολος (Digitalis dubitabilis)
4) Δακτυλίτις η λεία (Digitalis laevigata)
5) Δακτυλίτις η πρασινανθής (Digitalis viridiflora)
6) Δακτυλίτις η λευκόφαιος (Digitalis leucophaea)
7) Δακτυλίτις η μεγανθής (Digitalis grandiflora).
Σήμερα ορισμένα είδη του γένους αυτού καλλιεργούνται σε πολλές χώρες (Ολλανδία, Γερμανία, Αγγλία, Ρωσσία, Αμερική κλπ.), επειδή τα αυτοφυή φυτά δεν επαρκούν για να καλύψουν τις ανάγκες την φαρμακοβιομηχανίας.
Η παγκόσμια παραγωγή φύλλων του φυτού αυτού δεν είναι γνωστή. Η Γαλλία χρησιμοποιεί ετησίως είκοσι έως τριάντα τόνους ξηρά φύλλα του είδους Δακτυλίτις η εριώδης (Digitalis lanata), από τα οποία απομονώνονται οι γλυκοσίδιες διγιταλίνη και διγοξίνη.
Η Δακτυλίτις με την μορφή διαφόρων σκευασμάτων και ιδιοσκευασμάτων χρησιμοποιείται ως διουρητικό φάρμακο και σε διάφορες παθήσεις της καρδιάς. ΄Εχει όμως τοξικές παρενέργειες, γι΄ αυτό η χρήση της πρέπει να γίνεται με μεγίστη προσοχή. Σε ισχυρές δόσεις είναι θανατηφόρα. Αφέψημα με πέντε γραμμάρια ξηρών φύλλων ή είκοσι γραμμάρια νωπών φύλλων του είδους Δακτυλίτις η πορφυρά (Digitalis purpurea) μπορεί να θανατώσει ενήλικο άτομο.
Επίσης χρησιμοποιείται στην Κτηνιατρική για τις ίδιες περιπτώσεις και με τις ίδιες μορφές, όπως και για τον άνθρωπο. Πολλά είδη του φυτού αυτού, παρά την τοξικότητά των, καλλιεργούνται ως καλλωπιστικά για τα ωραία άνθη των.
Ιατρική
Όπως ήδη ανεφέρθη, τα φύλλα μερικών φυτών του γένους Δακτυλίτις (Digitalis) περιέχουν ουσίες με φαρμακολογική δράση, ιδία για παθήσεις της καρδιάς. Η χημική σύνθεση των ουσιών αυτών διασαφηνίσθηκε μόνον κατά τις τελευταίες δεκαετίες, παρότι η Δακυλίτις εχρησιμοποιείτο στην θεραπευτική ήδη από την αρχαιότητα.
Πρόκειται για γλυκοσίδια των οποίων η άγλυκος ομάδα έχει στερεοειδή δομή, παρόμοια με εκείνη της βιταμίνης Δ, των χολικών οξέων και των ορμονών των επινεφριδίων και των σεξουαλικών αδένων. Τα γλυκοσίδια της Δακτυλίτιδος ενισχύουν την συστολή της ανεπαρκώς λειτουργούσης καρδιακής ίνας (θετική ινοτρόπος ενέργεια), μειώνουν την συχνότητα των καρδιακών παλμών (αρνητική χρονοτρόπος ενέργεια) και τέλος επιμηκύνουν την περίοδο μη διεγερσιμότητος του μυοκαρδίου (αρνητική δρομοτρόπος ενέργεια). Για όλες αυτές τις φαρμακολογικές ιδιότητες αυτής η Δακτυλίτις είναι αποτελεσματική στην καρδιακή ανεπάρκεια, στην μαρμαρυγή ή πτερυγισμόν των κόλπων, στην παροξυσμική ταχυκαρδία κλπ.
Η Δακτυλίτις χορηγείται υπό μορφήν σκόνης αποξηραμένων φύλλων, εκχυλίσματος ή βάμματος, αλλά λόγω του ότι σε αυτές τις μορφές δεν διατηρείται σταθερή η περιεκτικότητα των σε δραστικά γλυκοσίδια, αντεκατεστάθησαν με σκευάσματα κρυσταλλοποιημένων γλυκοσιδίων και μπορούν να δοσολογηθούν με ακρίβεια και χορηγούνται από του στόματος, ενδομυϊκώς η ενδοφλεβίως.
Σε υπερβολικές δόσεις η Δακτυλίτις μπορεί να προκαλέσει τοξικά φαινόμενα, όπως: βραδυκαρδία, ναυτία, εμέτους, διάρροια και διαταραχές της όρασης.
Βιβλιογραφία: Εγκυκλοπαθιδεία ΝΕΑ ΔΟΜΗ, τ. 7 (Αθήνα αν. χρ. εκδ.), σ. 365. Και: Γ. Χριστόπουλος (επιμέλεια), Εκδοτική Αθηνών, Φυτολογία, (Αθήνα 1990), σ. 92.
Όπως ήδη ανεφέρθη, σύμφωνα με ορισμένους ερευνητές, η Δακτυλίτις ταυτίζεται με την Αριστολοχία ή Αριστολοχεία, την οποίαν μνημονεύουν οι: Θεόφραστος ο Ερέσιος και ο Διοσκουρίδης ο Πεδάνιος ή Αναζαρβεύς ή Ταρσεύς και περί της οποίας αναφέρονται τα επόμενα:
1) Θεόφραστος
«Η δε αριστολοχία τη οσφρήσει μεν εύοσμος, τη δε γεύσει πικρά σφόδρα, τη χροιά δε μέλαινα. Φύεται δε εν τοις όρεσιν η βελτίστη. Φύλλον δε έχει προσεμφερές τη αλσίνη, πλην στρογγυλότερον. Χρησιμεύει δε προς πολλά και αρίστη προς κεφαλής, αγαθή δε και προς άλλα έλκη και προς ερπετά και προς ύπνον και προς υστέραν.
Τα μεν ουν προσάγειν κελεύουσιν εν ύδατι αναδεύσαντα και καταπλάττοντα, τα δε άλλα εις μέλι ενξύσαντα και έλαιον. Προς δε τα των ερπετών εν οίνω οξίνη πίνειν και επί το δήγμα επιπλάττειν. Εις ύπνον δε εν οίνω μέλανι αυστηρώ κνέσαι. Εάν δε αι μήτραι προπέσωσι, τω ύδατι αποκλύζειν».
(Θεόφραστος, Περί φυτών ιστορίας 9, 13, 3).
2) Διοσκουρίδης
«4. Αριστολοχεία, ωνόμασται μεν από το δοκείν άριστα βοηθείν ταις λοχοίς. ΄Εστι δε η μεν τις στρογγύλη, θήλεια καλουμένη. Φύλλα δε έχει κισσοειδή, ευώδη μετά δριμύτητος, υποστρόγγυλα, απαλά περί πολλοίς βλαστοίς εκ μιάς ρίζης, τα δε κλήματα επιμήκη, άνθη λευκά, οιονεί πηλίσκους, το δ΄ εν αυτοίς ερυθρόν, δυσώδες.
Η δε μακρά αριστολοχεία άρρην καλείται και δακτυλίτις, έχουσα φύλλα επιμηκέστερα της στρογγύλης και τα κλωνία λεπτά, ως σπιθαμής το μέγεθος, άνθος πορφυρούν, δυσώδες, όπερ εξανθίσαν απίω παραπλήσιον γίνεται. Ρίζα δε της μεν στρογγύλης περιφερής, γογγυλίδι ομοία, η δε της μακράς δακτύλου το πάχος έχει, σπιθαμιαία ή και μείζων. Αμφότεραι δε τα πολλά πυξοειδείς ένδοθεν, πικραί την γεύσιν και βρωμώδεις. ΄
Εστι δε και τρίτη μακρά, ήτις και κληματίτις καλείται, κλωνία έχουσα λεπτά, φύλλοις υποστρογγύλοις αειζώου του μικρού εοικόσι περίπλεα, άνθη εοικότα πηγάνω, ρίζας μακροτάτας, λεπτάς, φλοιόν έχουσας παχύν και αρωματίζοντα, ιδίως χρησιμευούσας μυρεψοίς εις τας των μύρων στύψεις.
Ποιεί δε προς μεν τα άλλα φάρμακα η στρογγύλη, προς δε ερπετά και θανάσιμα η μακρά δραχμής μιάς ολκή πινομένη μετ΄ οίνου και καταπλασσομένη και τα εν μήτρα συνιστάμενα πάντα λοχεία και έμμηνα και έμβρυα εκβάλλει ποθείσα μετά πεπέρεως και σμύρνης. Και εν πεσσώ δε προστεθείσα τα αυτά δρα.
Η δε στρογγύλη ποιεί μεν προς α και η προειρημένη, εκ περισσού δε βοηθεί άσθματι, λυγμώ, ρίγει, σπληνί, ρήγμασι, σπάσμασιν, αλγήμασι πλευράς ποθείσα μεθ΄ ύδατος. Ανάγει δε σκόλοπας, ακίδας και λεπίδας οστών καταπλασσομένη αφίστησι και σηπεδόνας περιχαράσσει και τα ρυπαρά περικαθαίρει έλκη και τα κοίλα πληροί συν ίριδι και μέλιτι. Σμίχει δε και ούλα και οδόντας. Δοκεί δε και η κληματίτις προς τα αυτά ποιείν, ελαττούται μέντοι τη δυνάμει των προειρημένων».
(Διοσκουρίδης, Περί ύλης ιατρικής ΙΙΙ, 4).
Τέλος θα πρέπει να λεχθεί και να υπογραμμισθεί, ότι όπως ήδη επανειλημμένα έχει αναφερθεί, άρθρα και κείμενα του είδους αυτού, όπως είναι και το παρόν, φέρουν απλώς εγκυκλοπαιδικό και ενημερωτικό χαρακτήρα και ενίοτε γίνονται αναφορές στη Λαϊκή Ιατρική και στην Λαογραφία.
Σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει οι αναγνώστες αυτών των κειμένων, να προβαίνουν στη συλλογή και χρήση φαρμακευτικών και αρωματικών φυτών, πολλά των οποίων είναι άκρως τοξικά, δηλητηριώδη και θανατηφόρα, τόσο για τον άνθρωπο, όσο και για τα ζώα, που τυχόν θα τα καταναλώσουν.
Είναι αξιοσημείωτο, ότι η μητέρα φύση έχει εφοδιάσει τα ζώα με το ένστικτο και εκείνα κατά κανόνα αποφεύγουν τα δηλητηριώδη φυτά και καταναλώνουν μόνο τα μη δηλητηριώδη, τα μη βλαπτικά και τα ωφέλημα. Πιθανότατα αρχικά και οι άνθρωποι είχαν από την φύση το πλεονέκτημα αυτό, το οποίο με την πάροδο του χρόνου και την εξέλιξη του πολιτισμού δυστυχώς απώλεσαν.
Όμως η φύση εφοδίασε τον άνθρωπο με την Λογική, η οποία είναι εκείνο, το οποίο ουσιαστικά διαφοροποιεί τον άνθρωπο από τα ζώα. Ο άνθρωπος θα πρέπει με όργανο την Λογική, να κάνει διάκριση μεταξύ καλών και κακών, χρησίμων και αχρήστων, να χρησιμοποιεί και να θέτει στην υπηρεσία του τα ωφέλιμα και αποφεύγοντας τα επιβλαβή.

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News