Ιωάννης Ηλ. Βολανάκης| Φαρμακευτικά και αρωματικά φυτά της Ελλάδας: Γεντιανή η κιτρίνη (Gentiana lutea), κοινώς γεντιανή

Ιωάννης Ηλ. Βολανάκης| Φαρμακευτικά και αρωματικά φυτά της Ελλάδας: Γεντιανή η κιτρίνη  (Gentiana lutea), κοινώς γεντιανή

Ιωάννης Ηλ. Βολανάκης| Φαρμακευτικά και αρωματικά φυτά της Ελλάδας: Γεντιανή η κιτρίνη (Gentiana lutea), κοινώς γεντιανή

Rodiaki NewsRoom

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 1599 ΦΟΡΕΣ

Γράφει ο
Δρ. Ιωάννης Ηλ. Βολανάκης 
Επίτιμος Έφορος Αρχαιοτήτων

Πρόκειται για γένος φυτών, το οποίον ανήκει στην οικογένεια Γεντιανίδες (Gentianaceae). Το γένος Γεντιανή (Gentiana) περιλαμβάνει περίπου πεντακόσια (500) είδη, μονοετών, διετών και πολυετών φυτών, από τα οποία ορισμένα είναι αείφυλλα ή αειθαλή.

Αυτά απαντούν σε ευρεία κλίμακα της γης, στις πλαγιές των υψηλών ορέων, εν μέρει επίσης μεταξύ των δασών. Τα φυτά αυτά φύονται κυρίως σε ψυχρές, ορεινές και αλπικές περιοχές. Πολλά είδη καλλιεργούνται ως διακοσμητικά και μερικά είναι φαρμακευτικά.

Τα άνθη αυτών είναι ως επί το πλείστον βαθυκύανα ή σε απόχρωση ανοιχτού κυανού.

Επίσης υπάρχουν φυτά με άνθη λευκά, σε απόχρωση κρεμ, κίτρινα και μάλιστα ερυθρά. Συνήθως έχουν το σχήμα της τρομπέτας και ανθίζουν από την άνοιξη έως το φθινόπωρο.

Τα φυτά του γένους αυτού προτιμούν περιοχές με ήλιο ή ημίσκιες και εύφορα εδάφη, που συγκρατούν μεν το νερό, αλλά είναι διαπερατά. Μερικά είδη φύονται σε ασβεστούχα εδάφη.

Τα φυτά πολλαπλασιάζονται, είτε διά της διαιρέσεως κατά την άνοιξη, είτε με σπέρματα, τα οποία σπείρονται κατά το φθινόπωρο. Τα είδη που ανθίζουν το φθινόπωρο θα πρέπει ανά τριετία να διαιρούνται και να φυτεύονται σε νέο χώμα. Όλα τα είδη της Γεντιανής αντέχουν στο ψύχος.

Στην Ελλάδα απαντούν ως αυτοφυή τέσσερα (4) είδη, από τα οποία το πιο γνωστό είναι η Γεντιανή η κιτρίνη (Gentiana lutea), κοινώς αγριοκαπνός. Το είδος αυτό είναι το πλέον ενδιαφέρον, επειδή έχει πολύτιμες φαρμακευτικές ιδιότητες.

Είναι φυτό ιθαγενές των ορεινών κυρίως περιοχών από την Ισπανία ως την Μικρά Ασία.

Η Γεντιανή η κιτρίνη ήταν γνωστή κατά την αρχαιότητα και αναφέρεται από τον Διοσκουρίδη τον Πεδάνιον ή Αναζαρβέα ( 7-78 μ.Χ.) και τον Πλίνιον τον πρεσβύτερον (Quintus Secundus Plinius, 23-79 μ. Χ.).

Το όνομά της το έλαβε προς τιμήν του βασιλέως της Ιλλυρίας Γεντίου (Gentius, περίπου 240 - 167 π.Χ.), ο οποίος είχε προσδιορίσει την εύστοχη δράση της. Κατά τον Μεσαίωνα εχρησιμοποιήθηκε πολύ, αλλά και σε όλες τις εποχές αναγράφεται ως αντιπυρετικό, σκωληκοκτόνο, αντίδοτο δηλητηρίων φιδιών κλπ.

Τα είδη της Γεντιανής (Gentiana) είναι φυτά ποώδη, συνήθως πολυετή, που ανανεώνουν κάθε χρόνο τα υπέργεια τμήματα αυτών. Ο βλαστός των είναι όρθιος, συνήθως ισχυρός, όχι διακλαδιζόμενος, κυλινδρικός και πράσινος.

Τα φυτά αυτά έχουν φύλλα αντίθετα, ακέραια, επιφυή ή με μικρό μίσχο, συνήθως ωοειδή ή λογχοειδή, αποστρογγυλεμένα στη βάση και μυτερά στην κορυφή, με ισχυρά νεύρα. Τα φύλλα της κορυφής αγκαλιάζουν τον βλαστό ( περίβλαστα φύλλα).

Τα άνθη είναι κίτρινα, κυανά, ιώδη ή πορφυρά, σπανίως λευκά, αρκετά μεγάλα και εκφύονται κατά σπονδύλους στην άκρη των βλαστών ή στις μασχάλες των φύλλων.

Η Γεντιανή η κιτρίνη (Gentiana lutea), η οποία αποτελεί το κατεξοχήν φαρμακευτικό είδος, είναι φυτό πολυετές, με ρίζα παχιά, σαρκώδη, βλαστό όρθιο, ισχυρό, φύλλα μεγάλα, ωοειδή και άνθη κίτρινα.

Κατά τον πρώτο χρόνο, αφού φυτρώσει το φυτό, αναπτύσσεται μία μικρά κυρία ρίζα, η οποία έχει μία ή περισσότερες πλευρικές ρίζες ή παράρριζες. Οι ρίζες αναπτύσσονται αργά, αλλά μετά από μερικά χρόνια το μήκος των μπορεί να φθάσει και το ένα μέτρο και το πάχος των τα 0,02-0,05 μ.

Η νωπή ρίζα είναι λευκωπή, σαρκώδης εσωτερικά και άοσμη, ενώ η ξηρή είναι καστανοκοκκινωπή, φέρει αύλακες κατά μήκος και έχει οσμή χαρακτηριστική. Η γεύση της είναι καταρχήν υπόγλυκη και μετά γίνεται πολύ πικρή. Η ρίζα της Γεντιανής περιέχει δραστικά χημικά συστατικά, όπως πικρούς γλυκοσίδες, πηκτίνη και ένα αλκαλοειδές, την Γεντιανίνη, το οποίον όμως είναι σχεδόν αδρανές.

Η Γεντιανή συνήθως δεν καλλιεργείται, επειδή η ποσότητα των ριζών, η οποία χρησιμοποιείται στην φαρμακευτική, λαμβάνεται από τα αυτοφυή φυτά. Αυτό όμως έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση των αυτοφυών πληθυσμών του φυτού. Μικρές καλλιέργειες ωστόσο υπάρχουν σε μερικές χώρες της Κεντρικής Ευρώπης, αλλά ο πολλαπλασιασμός και η καλλιέργεια αυτής είναι αρκετά δυσχερής.

Πολλαπλασιάζεται με σπόρους ή καλύτερα με παραφυάδες, σε εδάφη ασβεστούχα, λίγο υγρά και μάλλον σκιερά. Η συλλογή του φυτού γίνεται το φθινόπωρο και σε φυτά ηλικίας τουλάχιστον 4-5 ετών. Οι ρίζες απαλλάσσονται από το χώμα, τεμαχίζονται σε κομμάτια μήκους 0,10-0,20 μ. και ξηραίνονται.

Οι ρίζες, οι οποίες χρησιμοποιούνται στη φαρμακευτική, ξηραίνονται γρήγορα σε ρεύμα ξηρού και θερμού αέρα, πριν αλλοιωθούν τα δραστικά συστατικά αυτών. Οι ρίζες που πρόκειται να χρησιμοποιηθούν στην ποτοποιία ξηραίνονται αργά, δηλαδή αφήνονται σε πλαγιές λόφων ή σε αποθήκες, οπότε δημιουργείται ζύμωση, με την οποία μεταβάλλεται το χρώμα των σε καστανέρυθρο και η οσμή των γίνεται ισχυρή.

Άλλα είδη, τα οποία φύονται σε περιοχές της Ευρώπης και χρησιμοποιούνται στη φαρμακευτική, είναι τα εξής:

1) Γεντιανή η πορφυρά (Gentiana purpurea)

2) Γεντιανή η στικτή (Gentiana punctata)
Τα φυτά του είδους αυτού έχουν λεπτότερες ρίζες και μακρύτερο μήκος βλαστού. Φέρουν άνθη ερυθρωπά ή κίτρινα, με καστανόχρωμα στίγματα.

3) Γεντιανή η άκαυλος (Gentiana acaula)

Πρόκειται για διακοσμητικό φυτό, ιθαγενές των Άλπεων και των Πυρηναίων.
Η Γεντιανή, η οποία κυκλοφορεί στο εμπόριο προέρχεται κυρίως από τα αυτοφυή φυτά της κεντρικής και νότιας Ευρώπης (Ισπανία, Ελλάδα, Βαλκάνια) και της Μικράς Ασίας (σημ. Τουρκία).

Στην θεραπευτική η Γεντιανή χρησιμοποιείται με την μορφή διαφόρων παρασκευασμάτων, ως πικρό τονωτικό, ως ορεκτικό (διεγερτικό της πέψης) και κυρίως σε χρόνιες παθήσεις του στομάχου και των εντέρων.

Η κυριότερη όμως χρήση αυτής είναι η παρασκευή από τις ρίζες, οι οποίες έχουν υποστεί ζύμωση, ποτών και ηδυπότων. Πολλές εκατοντάδες τόνοι Γεντιανής συλλέγονται κάθε χρόνο στην Γαλλία και χρησιμοποιούνται στην ποτοποιία. (Φυτολογία, Αθήνα 1990, σ. 81-82).

Άλλα είδη Γεντιανής, τα οποία φύονται στις εύκρατες περιοχές της γης είναι τα ακόλουθα :

1) Γεντιανή η ασκληπιάς (Gentiana asclepiadea).
Έχει βλαστό (ύψους 0,20-0,50 μ.) και άνθη κυανόχρωμα. Το είδος αυτό φύεται στον ΄Ολυμπο της Θεσσαλίας και στην Οίτη.

2) Γεντιανή η εαρινή (Gentiana verna).
Αυτή έχει βλαστό νανώδη, από τον οποίον αναπτύσσονται την άνοιξη τα κυανά, μονήρη άνθη της. Απαντά στην Ήπειρο και στη Θεσσαλία και σε χώρες της ΝΔ Ευρώπης.

3) Γεντιανή η ψυχρή (Gentiana algida).

4) Γεντιανή η ανδρεύσιος (Gentiana andrewsii).

5) Γεντιανή η μαργαριτόφυλλος (Gentiana bellidifollia).

6) Γεντιανή η διναρική (Gentiana dinarica).

7) Γεντιανή η πλακούντιος (Gentiana farreri).

Ο Θεόφραστος αποκαλεί την Γεντιανή «Κενταύριον» και αναφέρει τα εξής:
«Αι δε κατά τους χυλούς και τα σχήματα και τας άλλας μορφάς σχεδόν φανεραί πάσιν, ώστε μη δείσθαι λόγου... των δε χυλών οι μεν εισιν οινώδεις... οι δε πικροί, ώσπερ αψινθίου, κενταυρίου...».
(Θεόφραστος, Περί φυτών ιστορίας 1, 12, 1).

Ο Διοσκουρίδης ο Πεδάνιος ή Αναζαρβεύς αναφέρεται εκτενώς στην Γεντιανή και σημειώνει τα επόμενα:
«Γεντιανή, οι δε κενταύρειος ρίζα, οι δε αλόη Γαλλική, οι δε νάρκη, οι δε Χειρώνιον, Δάρδανοι αλοίτις, Ρωμαίοι γεντιάνα, Θούσκοι κικένδα, οι δε κομιτιάλις.
Γεντιανή δοκεί μεν υπό πρώτου ευρήσθαι Γέντιδος, του Ιλλυριών βασιλέως, αφ’ ου και την προσωνυμίαν έσχηκεν. Ης τα φύλλα τα μεν προς τη ρίζη καρύα ή αρνογλώσσω όμοια, υπέρυθρα, τα δ’ εν μέσω των καυλώ και μάλιστα τα κατ΄ άκρον επεσχισμένα μικρώς. Καυλός δε κενός, λείος, πάχος δακτύλου, το δε ύψος δίπηχυς, γόνασι διειλημμένος, εκ διαστημάτων μειζόνων περικείμενος τα φύλλα. Καρπόν δε έχει εν κάλυξι πλατύν, κούφον, αχυρώδη, προς τον του σφονδυλίου, ρίζαν μακράν, ομοίαν αριστολοχία τη μακρά, παχείαν, πικράν. Γεννάται δε εν υψηλοτάταις ακρωρείαις και συσκίοις τόποις και ενύδροις.

Δύναμιν δε έχει η ρίζα θερμαντικήν, στυπτικήν. Βοηθεί δε θηριοδήκτοις ποτιζομένη δραχμών δυοίν πλήθος μετά πεπέρεως και πηγάνου και οίνου, του δε χυλίσματος όσον δραχμή μία και προς οδύνας πλευρών, πτώματα, στρέμματα, ρήγματα. Ευθετεί και ηπατικοίς, στομαχικοίς πινομένη μεθ΄ ύδατος.

Εκβάλλει δε έμβρυα η ρίζα ως κολλύριον προστιθεμένη. ΄Εστι δε τραυματική επιτιθεμένη ως το λύκιον υπονόμων τε ελκών ίαμα, και μάλιστα το χύλισμα και οφθαλμών επίχρισμα φλεγμαινόντων. Μείγνυται δε και εις τα δριμέα των κολλυρίων το χύλισμα αντί μηκονίου. ΄Εστι δε και αλφών σμηκτικόν η ρίζα.

Χυλίζεται δε θλασθείσα και βραχείσα εν ύδατι επί ημέρας πέντε, είτα εψηθείσα εν τω ύδατι, άχρις αν υπερέχωσιν αι ρίζαι και μετά το ψυγήναι το ύδωρ διηθείται δι΄ οθονίου και έψεται, άχρι ου αν γένηται μελιτώδες τη συστάσει και αποτίθεται εν οστρακίνω αγγείω».
(Διοσκουρίδης, Περί ύλης ιατρικής ΙΙΙ, 3).

Υπό του ιδίου συγγραφέως η Γεντιανή αναφέρεται επίσης και ως «Κενταύριον το μέγα» και σημειούνται τα εξής:

« 6. Κενταύριον το μέγα, οι δε Γεντιανήν καλούσι. Φύλλα έχει καρύα βασιλική εοικότα, προμήκη, χρώματι χλωρά ως κράμβης. Το δε περιφερές αυτών εντέτμηται ώσπερ πρίων. Καυλόν δε έχει ως λάπαθον, δίπηχυν ή και τρίπηχυν, παραφυάδας από της ρίζης έχοντα πολλάς, εφ΄ ων κεφαλαί όμοιαι μήκωνι, υπομήκεις εν τω περιφερεί, άνθος κυανίζον. Καρπός δε όμοιος κνήκω, εγκείμενος ώπερ εριώδεσι τοις άνθεσι, ρίζα παχεία, στερεά, βαρεία, περί πήχεις δύο, μεστή χυλού, δριμεία μετά ποσής στύψεως και γλυκότητος, υπέρυθρος. Ομοίως δε αι ο χυλός ερυθρός. Φιλεί δε λιπαράν γην, ευήλιον, δρυμούς και γεώλοφα. Πλεονάζει δε εν Λυκία και εντός της Πελοποννήσου εν ΄Ηλιδι και Αρκαδία και Μεσσηνία και προς Φολόην και Λύκαιον και Κυλλήνην.

Αρμόζει δε η ρίζα ρήγμασι, σπάσμασι, πλευριτικοίς, δυσπνοία, βηχί παλαιά, αιμοπτυϊκοίς, απυρέτοις μετ΄ οίνου, πυρέσσουσι δε μεθ΄ ύδατος δραχμών δυοίν πλήθος της ρίζης διδόμενον και προς στρόφοις ομοίως και υστέρας αλγήματα.
Άγει δε και έμμηνα και έμβρυα εις σχήμα κολλυρίου ξυσθείσα και προστεθείσα τη υστέρα. Ο δε χυλός τα αυτά ποιεί. ΄Εστι δε και τραυματική, υγρά μεν κοπείσα, ξηρά δε προβραχείσα και ούτως κοπείσα. Συνάγει γαρ και κολλά και τα εψόμενα δε κρέα συνάγει, εάν τις αυτήν κόψας συνεφήση. Οι δε εν Λυκία χυλίζοντες χρώνται αυτώ αντί λυκίου».
(Διοσκουρίδης, Περί ύλης ιατρικής ΙΙΙ, 6).

Λαϊκή Ιατρική
«Εις άνθρωπον λυσσοδαγκαμένον.
Έστη βοτάνη λεγομένη γεντιακή, ταύτης την ρίζαν βράσον με κρασί και πότισον “τον λυσσοδαγκαμένον και ιαθήσεται”».
[Ν. Εμμ. Παπαδογιαννάκης, Κρητικό Ιατροσόφιον του 19ου αιώνα, Ρέθυμνο 2001, σ.137].

Διαβάστε ακόμη

Γ. Χατζής: «Προτιμώ να βλέπουμε τη σεζόν με αισιοδοξία αλλά πρέπει να είμαστε ψύχραιμοι και σε εγρήγορση»

Θάνος Ζέλκας: Οι μικρές ήττες της καθημερινής ανθρωπιάς

Αγαπητός Ξάνθης: Λίγα λόγια για την «άλλη πλευρά» του Παντελή Ζώταλη

Δρ. Κωνσταντίνος Π. Μπαλωμένος: «Ο ρόλος της Ελλάδας σε ένα ΝΑΤΟ χωρίς τις ΗΠΑ»

Σπύρος Γεραβέλης: Οι Αρχαιολογικοί χώροι ως Κιβωτοί βιοποικιλότητας καιη διαχείρισή τους

Γιάννης Σαμαρτζής: Τα Δίδυμα Ελλείμματα: Ο πρώην «εφιάλτης» της ελληνικής οικονομίας

Στέλιος Κούτρης: Η ιστορία και η δράση για το λημέρι των κατασκόπων στην κοινότητα Μονολίθου

Αγαπητός Ξάνθης: H Γυναίκα της καρδιάς και της χρονιάς