Στέφανος Φευγαλάς: Από τη Σορωνή στην Κωνσταντινούπολη: Η καταγραφή μιας μελωδίας το 1912

Στέφανος Φευγαλάς: Από τη Σορωνή στην Κωνσταντινούπολη: Η καταγραφή μιας μελωδίας το 1912

Στέφανος Φευγαλάς: Από τη Σορωνή στην Κωνσταντινούπολη: Η καταγραφή μιας μελωδίας το 1912

Rodiaki NewsRoom

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 538 ΦΟΡΕΣ

Γράφει ο Στέφανος Φευγαλάς

Συγγραφέας, υποψήφιος διδάκτορας Πανεπιστημίου Ιωαννίνων

Το μουσικοφιλολογικό περιοδικό «Μουσική» κυκλοφόρησε στην Κωνσταντινούπολη από το 1912 ως το 1915, με υπεύθυνο τον Γεώργιο Δ. Παχτίκο (1869-1916). Ο Παχτίκος δημοσίευσε ευρύ ερευνητικό και καλλιτεχνικό έργο που περιλαμβάνει μελέτες σχετικά με την αρχαία ελληνική και την εκκλησιαστική μουσική, αλλά και με τη δημοτική μουσική. Ένα από τα σημαντικότερα έργα του αποτελεί η συλλογή «260 ελληνικά άσματα από του στόματος του ελληνικού λαού» (1905), που χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερη συστηματικότητα στη μεθοδολογία. Στο κεφάλαιο «Νήσων Αιγαίου, Κύπρου και των παραλίων της Προποντίδος» περιλαμβάνονται και μουσικές καταγραφές από τη Ρόδο.

Στο τεύχος της «Μουσικής» που κυκλοφόρησε τον Ιούνιο του 1912, περιλαμβάνεται ένα τραγούδι με τίτλο «Έλα Παναγιά, και σώσε». Η παρτιτούρα έχει την ένδειξη «allegro=γοργώς». Στον υπότιτλο υπάρχει σημείωση ότι το μουσικό υλικό τραγουδιέται στη Ρόδο κατά τους γάμους. Στα σχόλια διευκρινίζεται ότι τραγουδιέται στη Σορωνή (αναγράφεται «Σουρουμή»). Πιο συγκεκριμένα, την Κυριακή, μετά το τέλος της λειτουργίας, οι «λυριστές», συνοδευόμενοι από τους «κανακιστές» (δηλαδή τους συνοδούς που τραγουδούν τα παινέματα), πηγαίνουν μαζί με τους συγγενείς στο σπίτι του γάμου, ενώ στολίζεται ο γαμπρός. Το ίδιο συμβαίνει και για τη νύφη. Το καταγεγραμμένο τραγούδι περιλαμβάνεται σε αυτά που τραγουδούν οι «κανακιστές» παινεύοντας τους μελλόνυμφους.1 Στη συνέχεια παρατίθεται μία μεταγραφή στην οποία έχουν γίνει σημαντικές αποκαταστάσεις στο μουσικό υλικό (κυρίως ρυθμικές), καθώς και κάποιες γλωσσικές παρεμβάσεις.

Έλα Παναγιά και σώσε

νουν και λογισμόν με δώσε

να 'νθυμούμαι τα τραγούδια

τα παλιά και τα καινούρια.

 

Τρεις βασίλισσες τ' ακούσαν

κι άλλες τρεις από την Προύσαν

κι άλλες τρεις από την Σάμον

πως θα κάμωμεν τον Γάμον.

 

Και μας στείλασι παιγνίδια

και περιστεράκια χίλια.

Τα παιχνίδια να βροντώσι

τα πουλιά να κελαδώσι.

 

Τα πουλιά να κελαδώσι

και τη νύμφην να 'παινώσι

πούχει τα μαλλιά σαρίκι

πρέπει της το μεγαλίκι.

Το στιχουργικό περιεχόμενο καταγράφεται και σε μεταγενέστερες δημοσιεύσεις λαογραφικού ενδιαφέροντος, όπως εκείνη του Αναστάσιου Βρόντη, όπου συσχετίζεται με το «χτένισμα της νύφης»,2 ενώ σε άλλη εκδοχή συνδέεται με το στόλισμα του αντρόγυνου.3 Μάλιστα, στην πρώτη εκδοχή, ο Βρόντης το συσχετίζει και με τη Σορωνή (ανάμεσα και σε άλλα χωριά).4 Ως προς το μουσικό υλικό, γίνεται σαφές ότι πρόκειται για μία από τις παλιότερες καταγραφές της συγκεκριμένης μελωδίας σε μουσική σημειογραφία. Πρόκειται για τροπικό υλικό μικρής έκτασης που αντιστοιχεί σε τροπικά φαινόμενα Ραστ (Ήχος Πλ. Α΄). Δομείται σε μέτρο 3/4 και παρουσιάζει έντονη ρυθμική συμμετρία ανά δύο μέτρα.

Άλλες εκδοχές της ίδιας μελωδίας έχουν καταγραφεί αργότερα και από τον Baud-Bovy σε τραγούδια συνδεδεμένα με έθιμα του γάμου καταχωρισμένα ως «Σα στολίζουν τον γαμπρό» και «Σα στολίζουν τη νύφη» από διάφορα χωριά της Ρόδου (Αρχάγγελος, Σάλακος, Αφάντου, Έμπονα, Κρεμαστή) τοποθετημένα σε 6/8 ή σε 2/4, γεγονός που φανερώνει τη μεγάλη διάδοση της μελωδίας στο νησί στις αρχές της δεκαετίας του 1930. Μάλιστα, στην εκδοχή από τη Σάλακο, παρατηρούνται και σημαντικές αντιστοιχίες με τους στίχους της καταγραφής του Παχτίκου («Έλα, Παναγιά μου, σώσε, νουν και λογισμό μου δώσε»). Λίγο πιο απομακρυσμένες εκδοχές της μελωδίας αυτής καταγράφονται από τον Baud-Bovy σε χωριά όπως η Μονόλιθος και η Σιάννα, συνδεδεμένες πάλι με τα έθιμα του γάμου («Σαν ξεκινάν για την εκκλησία»).5

Αντίστοιχες μελωδίες καταγράφηκαν σε τραγούδια του γάμου στη Σορωνή, μετά από αρκετά χρόνια (το 1969) από τον Γ. Αμαργιαννάκη, ενώ σε μία από τις καταγραφές σημειώνονται και μεγάλες ομοιότητες σε στιχουργικό επίπεδο.6 Αξίζει να σημειωθεί ότι έχει διατυπωθεί η υπόθεση ότι η μελωδία αυτή βασίζεται σε δημοφιλή αστική μελωδία, με πιθανή προέλευση από τη Μ. Ασία, η οποία διαδόθηκε μέσω των πληθυσμιακών μετακινήσεων (από τη Ρόδο προς τα μικρασιατικά παράλια, για εποχική εργασία και εμπορικές δραστηριότητες) αρχικά στις συνοικίες της πόλης της Ρόδου και έπειτα στα χωριά, αντικαθιστώντας άλλες μελωδίες που σχετίζονταν με τα έθιμα του γάμου.7 Από την άλλη, παρόμοιοι τριμερείς ρυθμοί συναντώνται και σε άλλα νησιά που γνώρισαν ευρωπαϊκή επιρροή, όπως στις Κυκλάδες.

 

[1] Μουσική τχ.6 (Έτος Α΄), Κωνσταντινούπολη, Ιούνιος 1912, σ.184 και σ.187.

2 Αναστάσιος Γ. Βρόντης, Της Ρόδου παραδόσεις & τραγούδια, Τύποις «Απόλλωνος», Ρόδος 1930, σ.77.

3 Αναστάσιος Γ. Βρόντης, Ροδιακά Τ.Α΄, Σιδέρης, Αθήνα 1939, σσ.105-106

4 Βρόντης 1930, σ.80.

5 S. Baud-Bovy, Τραγούδια των Δωδεκανήσων Τ.Α΄, Σύλλογος προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων - Πολιτιστικός Οργανισμός Δήμου Ρόδου, 1990, σσ.18-31.

6 Μαρία Γ. Ανδρουλάκη, Γιορτάζοντας και τραγουδώντας στην Σορωνή Ρόδου. Τρία λαογραφικά μελετήματα, Ακαδημία Αθηνών, 2024, σσ.491-512.

7 Ανδρουλάκη 2024, σσ.157-158, 255.

Διαβάστε ακόμη

Ελένη Κορωναίου: Ψυχρότητα ή σιωπηλή κραυγή;

Αργύρης Αργυριάδης: Οι 8 πληγές του κράτους δικαίου

Χρήστος Ροϊλός: Τα Επείγοντα στην Ελλάδα λειτουργούν σε συνθήκες μόνιμης κρίσης

Κοσμάς Σφυρίου: Κατάλυση της Δημοκρατίας, σαν σήμερα πριν 59 χρόνια

Ηλίας Καραβόλιας: Οραματιστές της αφθονίας

Γιάννης Παρασκευάς: Βιβλιοθήκη Ρόδιων συγγραφέων και λογοτεχνών

Μαρία Καρίκη: Πόση «ζημιά» μπορεί να κάνει ο εγωισμός ενός ατόμου;

Άγης Βερούτης: Γραφειοκρατία: cui bono