Γιάννης Σαμαρτζής: Ανισότητα εισοδήματος και Οικονομική Ανάπτυξη στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 61 ΦΟΡΕΣ
Γράφει ο
Γιάννης Σαμαρτζής
Οικονομολόγος
Η εισοδηματική ανισότητα αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα της σύγχρονης οικονομικής επιστήμης.
Παρότι η οικονομική ανάπτυξη μπορεί να αυξάνει το συνολικό εισόδημα μιας χώρας και να βελτιώνει το βιοτικό επίπεδο, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι τα οφέλη της κατανέμονται ισόρροπα μεταξύ όλων των πολιτών. Για τον λόγο αυτό, η μελέτη της σχέσης μεταξύ εισοδηματικής ανισότητας και οικονομικής ανάπτυξης έχει ιδιαίτερη σημασία.
Ως εισοδηματική ανισότητα νοείται η άνιση κατανομή του εισοδήματος μεταξύ των ατόμων ή των νοικοκυριών μιας οικονομίας. Η ανισότητα μπορεί να προκύπτει από διαφορές στους μισθούς, στην εκπαίδευση, στην απασχόληση, στην ιδιοκτησία περιουσιακών στοιχείων και στις ευκαιρίες που έχει κάθε άτομο να συμμετέχει στην οικονομική δραστηριότητα. Ένας από τους σημαντικότερους δείκτες μέτρησης της είναι ο συντελεστής Gini. Ο δείκτης κυμαίνεται από 0 έως 100: όσο χαμηλότερη είναι η τιμή του, τόσο μεγαλύτερη είναι η εισοδηματική ισότητα.
Η έννοια της οικονομικής ανάπτυξης
Η οικονομική ανάπτυξη συνδέεται με τη μακροχρόνια αύξηση της παραγωγής και του εισοδήματος μιας οικονομίας, αλλά και με τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου. Ένας από τους βασικότερους δείκτες που χρησιμοποιούνται για τη μέτρησή της είναι το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ), ιδιαίτερα το πραγματικό ΑΕΠ και το ΑΕΠ ανά κάτοικο.
Ωστόσο, η οικονομική ανάπτυξη δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την αύξηση του ΑΕΠ. Η παραγωγικότητα, οι επενδύσεις, η τεχνολογική πρόοδος, η εκπαίδευση και η ποιότητα του ανθρώπινου κεφαλαίου αποτελούν επίσης σημαντικούς παράγοντες. Επομένως, μια οικονομία μπορεί να παρουσιάζει αύξηση του ΑΕΠ, αλλά ταυτόχρονα να αντιμετωπίζει σημαντικές κοινωνικές και εισοδηματικές ανισότητες.
Η σχέση μεταξύ εισοδηματικής ανισότητας και ανάπτυξης
Η σχέση μεταξύ ανισότητας και οικονομικής ανάπτυξης είναι σύνθετη. Υπάρχουν οικονομικές θεωρίες σύμφωνα με τις οποίες ένα ορισμένο επίπεδο εισοδηματικών διαφορών μπορεί να δημιουργεί κίνητρα για εργασία, επιχειρηματικότητα, αποταμίευση και επενδύσεις. Για παράδειγμα, εάν η απόκτηση περισσότερων γνώσεων και δεξιοτήτων οδηγεί σε υψηλότερες αμοιβές, δημιουργείται ένα οικονομικό κίνητρο για επένδυση στην εκπαίδευση.
Από την άλλη πλευρά, η υπερβολική εισοδηματική ανισότητα μπορεί να δημιουργήσει σημαντικά εμπόδια στην οικονομική ανάπτυξη. Τα νοικοκυριά με χαμηλό εισόδημα μπορεί να μην έχουν τη δυνατότητα να επενδύσουν επαρκώς στην εκπαίδευση, στην υγεία ή στην απόκτηση νέων δεξιοτήτων. Έτσι, ένα μέρος του πληθυσμού δεν μπορεί να αξιοποιήσει πλήρως τις παραγωγικές του δυνατότητες.
Η έρευνα του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) έχει βρει αρνητική και στατιστικά σημαντική σχέση μεταξύ της αυξημένης εισοδηματικής ανισότητας και της μελλοντικής οικονομικής ανάπτυξης. Ιδιαίτερη σημασία φαίνεται να έχει το εισοδηματικό χάσμα μεταξύ των χαμηλότερων εισοδηματικών ομάδων και του υπόλοιπου πληθυσμού. Σύμφωνα με την ίδια έρευνα, ένας από τους μηχανισμούς μέσω των οποίων η ανισότητα μπορεί να επηρεάζει την ανάπτυξη είναι η συσσώρευση ανθρώπινου κεφαλαίου, καθώς τα άτομα που προέρχονται από χαμηλότερα κοινωνικοοικονομικά στρώματα μπορεί να αντιμετωπίζουν μεγαλύτερα εμπόδια στην εκπαίδευση.
Η περίπτωση της Ελλάδας
Η Ελλάδα αποτελεί ενδιαφέρουσα περίπτωση για τη μελέτη της σχέσης αυτής, καθώς τα τελευταία χρόνια έχει παρουσιάσει σημαντική οικονομική ανάκαμψη, ενώ παράλληλα η εισοδηματική ανισότητα παραμένει αξιοσημείωτη.
Ο συντελεστής Gini είναι ένας δείκτης που μετρά την ανισότητα στην κατανομή του εισοδήματος ή του πλούτου σε μια κοινωνία.
- Gini = 0, ίσον απόλυτη ισότητα: όλοι έχουν το ίδιο εισόδημα.
- Gini = 1 (ή 100%), ίσον απόλυτη ανισότητα: ένα άτομο έχει όλο το εισόδημα και οι υπόλοιποι τίποτα.
- Όσο μεγαλύτερος είναι ο συντελεστής Gini, τόσο μεγαλύτερη είναι η ανισότητα.
Παράδειγμα: Αν μια χώρα έχει Gini 0,25 και μια άλλη 0,45, η δεύτερη παρουσιάζει μεγαλύτερη εισοδηματική ανισότητα.
Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία της Eurostat για το 2024, ο συντελεστής Gini στην Ελλάδα ήταν 31,0, ενώ ο αντίστοιχος μέσος όρος για την Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν 29,4. Με βάση τον συγκεκριμένο δείκτη, η Ελλάδα παρουσίαζε υψηλότερη εισοδηματική ανισότητα από τον μέσο όρο της ΕΕ.
Τα στοιχεία αυτά δεν σημαίνουν ότι η οικονομική ανάπτυξη δεν μπορεί να συνυπάρχει με τη μείωση ή την αύξηση της ανισότητας. Αντίθετα, δείχνουν ότι η αύξηση της συνολικής οικονομικής δραστηριότητας και η κατανομή του εισοδήματος αποτελούν δύο διαφορετικές, αν και αλληλένδετες, διαστάσεις της οικονομίας.
Η ονομαστική ανάπτυξη (μεταβολή του ΑΕΠ σε τρέχουσες τιμές) της ελληνικής οικονομίας, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία εθνικών λογαριασμών, διαμορφώθηκε ως εξής:
- το 2022: Περίπου 14,3% (με το ονομαστικό ΑΕΠ να ανέρχεται στα 207 δισ. ευρώ, έναντι 181,2 δισ. ευρώ το 2021).
- το 2023: Περίπου 8,5% - 8,8% (με βάση τις αναθεωρημένες εκτιμήσεις της ΕΛΣΤΑΤ, το ονομαστικό ΑΕΠ αυξήθηκε σε 225,2 δισ. ευρώ).
Ωστόσο, οι ρυθμοί αυτοί είναι σημαντικά υψηλότεροι από την πραγματική ανάπτυξη (η οποία ήταν 5,7% το 2022 και 2,3% το 2023), καθώς το ονομαστικό μέγεθος ενσωματώνει και την έντονη επίδραση του υψηλού πληθωρισμού εκείνης της περιόδου.
Δηλαδή, η ελληνική οικονομία παρουσίασε πραγματική ανάπτυξη 5,7% το 2022 και 2,3% το 2023, σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ. Για το 2024 ο ΟΟΣΑ προέβλεπε ανάπτυξη περίπου 2,3%, επειδή η οικονομική δραστηριότητα της χώρας μας υποστηριζόταν από τις επενδύσεις, την αύξηση της απασχόλησης και τους πόρους του ευρωπαϊκού Ταμείου Ανάκαμψης. Όμως, η πραγματική ανάπτυξη (ρυθμός μεγέθυνσης του ΑΕΠ) το 2024 ανήλθε τελικά στο 2,1%,.
Επομένως, η περίπτωση της Ελλάδας δείχνει ότι η οικονομική ανάπτυξη δεν αρκεί από μόνη της για να εξαλειφθούν οι εισοδηματικές ανισότητες. Απαιτείται παράλληλα πολιτική που διευκολύνει την πρόσβαση περισσότερων πολιτών στην εκπαίδευση, στην απασχόληση και στις παραγωγικές ευκαιρίες.
Ένας από τους σημαντικότερους συνδετικούς κρίκους μεταξύ ανισότητας και οικονομικής ανάπτυξης είναι η εκπαίδευση. Η εκπαίδευση αυξάνει τις γνώσεις και τις δεξιότητες των εργαζομένων και, επομένως, μπορεί να συμβάλει στην αύξηση της παραγωγικότητας.
Όταν, όμως, η πρόσβαση σε ποιοτική εκπαίδευση εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το οικογενειακό εισόδημα, δημιουργείται ένας μηχανισμός αναπαραγωγής της ανισότητας. Τα παιδιά οικογενειών με χαμηλότερα εισοδήματα μπορεί να έχουν λιγότερες ευκαιρίες να αποκτήσουν υψηλό επίπεδο δεξιοτήτων. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε χαμηλότερα εισοδήματα στο μέλλον και να περιορίσει ταυτόχρονα το διαθέσιμο ανθρώπινο κεφάλαιο της οικονομίας.
Ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) υπογραμμίζει επίσης, ότι πολιτικές που διευρύνουν την πρόσβαση σε ποιοτική εκπαίδευση και κατάρτιση, μπορούν να συμβάλουν ταυτόχρονα στη μείωση των ανισοτήτων και στην ενίσχυση της παραγωγικότητας.
Σημαντικό, όμως, ρόλο στη διαμόρφωση της εισοδηματικής ανισότητας έχουν η φορολογία και οι κοινωνικές μεταβιβάσεις. Μέσω της φορολογικής πολιτικής το κράτος μπορεί να αναδιανείμει μέρος του εισοδήματος, ενώ μέσω κοινωνικών παροχών μπορεί να στηρίξει νοικοκυριά που αντιμετωπίζουν μεγαλύτερες οικονομικές δυσκολίες.
Ωστόσο, η οικονομική πολιτική χρειάζεται ισορροπία. Η μείωση των ανισοτήτων πρέπει να συνδυάζεται με πολιτικές που ενισχύουν την απασχόληση, την επιχειρηματικότητα, τις επενδύσεις και την παραγωγικότητα. Ο ΟΟΣΑ επισημαίνει ότι αποτελεσματικότερα φορολογικά και μεταβιβαστικά συστήματα, μαζί με επενδύσεις στην εκπαίδευση και την κατάρτιση, μπορούν να συμβάλλουν σε ανάπτυξη που είναι περισσότερο συμπεριληπτική.
Συμπερασματικά, η εισοδηματική ανισότητα και η οικονομική ανάπτυξη συνδέονται στενά, χωρίς όμως η σχέση τους να είναι απλή. Οι εισοδηματικές διαφορές μπορούν σε ορισμένες περιπτώσεις να δημιουργούν κίνητρα για εργασία, εκπαίδευση και επενδύσεις. Όταν όμως η ανισότητα γίνεται ιδιαίτερα έντονη και περιορίζει τις ευκαιρίες των χαμηλότερων εισοδηματικών ομάδων, μπορεί να λειτουργήσει ως εμπόδιο στη μακροχρόνια ανάπτυξη.
Η διεθνής εμπειρική έρευνα του ΟΟΣΑ υποστηρίζει ότι η υψηλότερη ανισότητα, ιδιαίτερα όταν αφορά το χαμηλότερο τμήμα της εισοδηματικής κατανομής, μπορεί να έχει αρνητικές επιπτώσεις στη μελλοντική ανάπτυξη.
Στην Ελλάδα, ο συντελεστής Gini του 2024, 31,0, ήταν υψηλότερος από τον μέσο όρο της ΕΕ, 29,4, την ίδια στιγμή που η ελληνική οικονομία παρουσίαζε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης. Το στοιχείο αυτό αναδεικνύει τη σημασία της διάκρισης μεταξύ της οικονομικής μεγέθυνσης και της δίκαιης κατανομής των ωφελειών της ανάπτυξης.
Συνεπώς, η πρόκληση για μια σύγχρονη οικονομία δεν είναι μόνο να αυξάνει το ΑΕΠ, αλλά να δημιουργεί παράλληλα ευκαιρίες συμμετοχής στην οικονομική δραστηριότητα για μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού. Η επένδυση στην εκπαίδευση, η ενίσχυση της απασχόλησης και, κυρίως, η βελτίωση της παραγωγικότητας, μαζί με ένα αποτελεσματικό σύστημα φόρων και κοινωνικών μεταβιβάσεων, αποτελούν βασικούς παράγοντες για την επίτευξη μιας περισσότερο συμπεριληπτικής οικονομικής ανάπτυξης.
Παραθέτουμε ένα πλήρη πίνακα και για τις 27 χώρες της ΕΕ, με στοιχεία για το 2024. Για να είναι συγκρίσιμα μεταξύ των χωρών, το ΑΕΠ ανά κάτοικο εκφράζεται σε μονάδες αγοραστικής δύναμης (τεχνητή νομισματική μονάδα της Eurostat) PPS με ΕΕ-27 = 100, ενώ η εισοδηματική ανισότητα με τον συντελεστή Gini. Τα στοιχεία προέρχονται από την Eurostat.
Ο πίνακας περιέχει τις χώρες της ΕΕ από τη χαμηλότερη προς την υψηλότερη εισοδηματική ανισότητα, με βάση τον συντελεστή Gini.
ΠΙΝΑΚΑΣ
Εισοδηματική ανισότητα και ΑΕΠ (αγοραστικής δύναμης) ανά κάτοικο στις χώρες της ΕΕ, έτους 2024.
|
Κατάταξη |
Χώρα |
Συντελεστής Gini 2024 |
ΑΕΠ ανά κάτοικο 2024 (ΕΕ=100) |
|
1 |
Σλοβακία |
21,7 |
75 |
|
2 |
Τσεχία |
23,7 |
90 |
|
3 |
Σλοβενία |
23,8 |
90 |
|
4 |
Βέλγιο |
24,6 |
117 |
|
5 |
Ολλανδία |
25,9 |
134 |
|
6 |
Πολωνία |
26,0 |
79 |
|
7 |
Φινλανδία |
26,1 |
102 |
|
8 |
Ιρλανδία |
26,4 |
221 |
|
9 |
Σουηδία |
27,6 |
111 |
|
10 |
Ουγγαρία |
28,0 |
76 |
|
11 |
Αυστρία |
28,4 |
119 |
|
12 |
Δανία |
28,6 |
127 |
|
13 |
Γερμανία |
29,5 |
116 |
|
14 |
Κροατία |
29,8 |
78 |
|
15 |
Γαλλία |
30,0 |
98 |
|
16 |
Λουξεμβούργο |
30,1 |
244 |
|
17 |
Βουλγαρία |
30,3 |
66 |
|
18 |
Εσθονία |
30,8 |
79 |
|
19 |
Μάλτα |
30,8 |
110 |
|
20 |
Ελλάδα |
31,0 |
68 |
|
21 |
Ισπανία |
31,2 |
91 |
|
22 |
Κύπρος |
31,8 |
99 |
|
23 |
Πορτογαλία |
31,9 |
82 |
|
24 |
Ρουμανία |
31,9 |
77 |
|
25 |
Ιταλία |
32,2 |
98 |
|
26 |
Λετονία |
34,2 |
69 |
|
27 |
Λιθουανία |
35,3 |
87 |
Πηγή: Eurostat, συντελεστής Gini και ΑΕΠ ανά κάτοικο σε PPS (αγοραστική δύναμη)
Παρατηρήσεις
1 - Ο πίνακας δείχνει πολύ καθαρά ότι η Σλοβακία έχει τον χαμηλότερο συντελεστή Gini (21,7), ενώ η Λιθουανία τον υψηλότερο (35,3). Η Ελλάδα βρίσκεται στην 20ή θέση από τις 27 χώρες της ΕΕ με συντελεστή Gini 31,0.
2 - Σημείωση για το ΑΕΠ: Η τιμή 100 αντιστοιχεί στον μέσο όρο της ΕΕ-27. Για παράδειγμα, η Ελλάδα με δείκτη 68 βρίσκεται στο 68% του μέσου όρου της ΕΕ, ενώ το Λουξεμβούργο με 244 βρίσκεται στο 244% του μέσου όρου. Το PPS (αγοραστική δύναμη) χρησιμοποιείται ώστε να λαμβάνονται υπόψη οι διαφορές στα επίπεδα τιμών μεταξύ των χωρών.

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News