Ιωάννης Βογιατζής: Τα πλατόνια δεν χρειάζονται φράχτες
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 2501 ΦΟΡΕΣ
Γράφει o
Ιωάννης Βογιατζής
MSc, PhD Ηλεκτρολόγος
Μηχανικός και Μηχανικός Υπολογιστών
Με αφορμή την ανάρτηση ενός βίντεο από τον Μανώλη Πελεκάνο και συζητώντας με τους φίλους Παναγιώτη Σταμάτη και Πάνο Σοροπίδη, δεν είναι λίγες οι φορές που μέσα από μία τεράστια καταστροφή μπορούν να γεννηθούν όμορφες ιδέες.
Είναι μεγάλη ευκαιρία τώρα που τα υπέροχα αυτά πλάσματα περιμένουν από εμάς να τα προστατεύσουμε και αυτό μας το δείχνουν καθημερινά περιμένοντας υπομονετικά τη βοήθεια από εμάς, να τα εκπαιδεύσουμε ώστε να πηγαίνουν σε συγκεκριμένα σημεία των καμένων περιοχών για αναζήτηση τροφής και νερού.

Αντί λοιπόν να οριοθετηθεί με ξύλινο φράχτη/περιοριστεί ο διαθέσιμος ζωτικός τους χώρος στα περίπου 9.000 στρέμματα με μία μέση περίμετρο 16χλμ στην παραλίμνια περιοχή του φράγματος Γαδουρά, όπως ανακοινώθηκε από τον κ. Χατζημάρκο, δεν θα ήταν προτιμότερο να δημιουργηθούν σε διάφορα σημεία της καμένης περιοχής, υποδομές όπου τα ελάφια θα γνωρίζουν ότι εκεί θα βρουν άφθονη τροφή και νερό;
Με αυτόν τον τρόπο θα περιοριστούν δραματικά και οι καταστροφές που προκαλούν στις καλλιέργειες. Διότι κάποιο ζώο που εκπαιδεύεται ότι σε συγκεκριμένα μέρη θα βρει τροφή και νερό, δεν θα μπει στη διαδικασία να τα αναζητήσει κάπου αλλού.
Συνεπώς, μήπως θα έπρεπε οι προσπάθειες «οριοθέτησης» των ελαφιών και οι ανάλογοι οικονομικοί πόροι να προσανατολιστούν προς αυτή την κατεύθυνση, ώστε να μην περιοριστεί ο ζωτικός τους χώρος μόνο σε άκαυτες κυρίως περιοχές πέριξ του φράγματος Γαδουρά δεδομένου ότι κάθε πλατόνι χρειάζεται τουλάχιστον 50 στρέμματα ζωτικό χώρο;
Διότι θα πρέπει να έχουμε στο πίσω μέρος του μυαλού μας ότι οι καμένες περιοχές σε βάθος 2-3 ετών θα αναγεννηθούν με φυσικό τρόπο (τουλάχιστον αυτές που δεν έχουν διπλοκαεί και δεν έχει καταστραφεί η φυσική τράπεζα σπόρων) οπότε αργότερα και αυτές θα πρέπει να ενταχθούν στον ζωτικό χώρο των ελαφιών, αλλά μήπως η ένταξη αυτή να γίνει από τώρα με ελεγχόμενο τρόπο δράττοντας αυτή τη μεγάλη ευκαιρία που μας δίνεται;

Για να λειτουργήσει, όμως, με επιτυχία ένα τέτοιο εγχείρημα θα πρέπει να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά ένα μεγαλύτερο πρόβλημα κι αυτό είναι η ανεξέλεγκτη βόσκηση των αιγοπροβάτων, οι ζημιές των οποίων είναι αδιαμφησβήτητες, μεγάλες και καθημερινές και των οποίων οι ιδιοκτήτες ακόμα αναζητούνται.
Πέραν των παραπάνω, είναι ενδιαφέρον να εξετάσουμε τη διαθέσιμη διεθνή βιβλιογραφία σχετικά με τη συμπεριφορά των ελαφιών μετά από μία πολύ μεγάλη πυρκαγιά, η οποία και ενισχύει την παραπάνω τοποθέτησή μας.
Μελέτη που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Ecology and Evolution” στα τέλη Οκτωβρίου του 2021 τα αποτελέσματα της οποίας έχουν παρουσιαστεί σε διάφορες ιστοσελίδες, αποκαλύπτει πληροφορίες για το πώς ανταποκρίθηκαν τα ελάφια μετά την καταστροφική πυρκαγιά Mendocino Complex το 2018 στην Καλιφόρνια. Παραδόξως, τα ελάφια επέστρεψαν σχεδόν αμέσως στους ζωτικούς τους χώρους προ της πυρκαγιάς, ζώντας στο καμένο έδαφος, παρόλο που υψηλής ποιότητας, άκαυστος βιότοπος ήταν διαθέσιμος περίπου 1.5χλμ μακριά.
Στην έρευνα, με επικεφαλής τις Samantha E.S. Kreling και Kaitlyn M. Gaynor, συμμετείχαν 18 ελάφια με ραδιοκολάρο σε μία έκταση 21.683 στρεμμάτων του Κέντρου Έρευνας και Επέκτασης Hopland του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια.
Η πυρκαγιά Mendocino Complex έκαψε περίπου 1.821.085 στρέμματα στη βόρεια Καλιφόρνια, συμπεριλαμβανομένης της μισής έκτασης του Κέντρου (για σύγκριση η έκταση της Ρόδου είναι 1.400.000 στρέμματα). Στα ελάφια είχαν τοποθετηθεί κολάρα με ραδιοπομπούς και παρακολουθούνταν από ένα δίκτυο 36 καμερών ενεργοποιούμενες με την κίνηση για άλλους ερευνητικούς σκοπούς.

Ωστόσο, η φωτιά πρόσφερε μία μοναδική ευκαιρία να καταγραφούν οι κινήσεις και τα μοτίβα τροφοδοσίας τους πριν, κατά τη διάρκεια και μετά τη φωτιά. Από τα 18 ελάφια με κολάρο, τα 13 κινούνταν σε μία έκταση εντός της περιμέτρου της καμένης έκτασης. Αυτό επέτρεψε στους ερευνητές να συγκρίνουν καλύτερα την κίνηση των ελαφιών σε καμένες και άκαυστες περιοχές.
Τα ευρήματα έρχονταν σε αντίθεση με προηγούμενες προβλέψεις - και τις προσδοκίες των ερευνητών - ότι τα ελάφια όπως και άλλα μεγάλα θηλαστικά που ζουν στις θαμνώδεις εκτάσεις της Καλιφόρνια, θα εγκατέλειπαν τις καμένες περιοχές και θα παρέμεναν σε άκαυστο βιότοπο έως ότου η καμένη ζωτική τους περιοχή επανέλθει σε μία κανονικότητα μέσω της φυσικής αναγέννησης.
Όλα τα ελάφια που συμμετείχαν στη μελέτη επέζησαν, με τα περισσότερα να επιστρέφουν στους ζωτικούς τους χώρους προ της πυρκαγιάς γρήγορα, μερικά μέσα σε λίγες μόνο ώρες. Μόνο ένα ελάφι που διένυσε τέσσερα χιλιόμετρα απομακρυνόμενο από τη φωτιά, χρειάστηκε μερικές μέρες για να επιστρέψει.
Όπως ήταν αναμενόμενο, η φωτιά επέδρασε αρνητικά στη φυσική κατάσταση των ελαφιών, απαιτώντας να χρησιμοποιούν περισσότερη ενέργεια για να βρουν τροφή. Χρησιμοποιώντας τις εικόνες από τις κάμερες (Εικόνα 4), οι ερευνητές κατηγοριοποίησαν τη φυσική κατάσταση των ζώων σε μία κλίμακα από 0 έως 5 πριν και μετά τη φωτιά. Πριν από την πυρκαγιά, τα περισσότερα ελάφια βαθμολογήθηκαν μεταξύ 2 και 3. Μετά τη φωτιά, μερικά ελάφια - κυρίως στην καμένη περιοχή - βαθμολογήθηκαν με 0, υποδηλώνοντας πολύ χαμηλό επίπεδο σωματικού λίπους.

Όταν επέστρεψαν στους ζωτικούς τους χώρους που είχαν καεί από την πυρκαγιά, τα ελάφια σύχναζαν σε τμήματα βλάστησης και δασικών ενδιαιτημάτων, που τους παρείχαν ικανοποιητική βοσκή και κάλυψη και απέφευγαν θαμνώδεις περιοχές που είχαν καεί σε μεγάλο βαθμό.
Και ενώ όλοι μιλάμε:
1) Για την ιδιαιτερότητα και τη μοναδικότητα του ροδίτικου πλατονιού παγκοσμίως,
2) Το γεγονός ότι αποτελεί σύμβολο του νησιού ήδη από το 15ο αι.,
3) Ότι ζει στο νησί εδώ και 6.000 χρόνια ανελλιπώς,
Δεν έχει δημιουργηθεί ένα ερευνητικό κέντρο με έδρα τη Ρόδο το οποίο σε συνεργασία με πανεπιστημιακούς φορείς εγνωσμένης εμπειρίας να μελετά το πλατόνι στο πεδίο, όπως κάνουν οι Αμερικανοί στην Καλιφόρνια. Αντ’ αυτού προτείνονται τρόποι για τη διαχείρισή του οι οποίοι δεν στηρίζονται σε επιστημονική γνώση αλλά στη διαίσθησή μας, εξομοιώνοντας τα πλατόνια με τα αιγοπρόβατα. Κομπάζουμε για το πλατόνι ως σύμβολο του νησιού και το έχουμε σε περίοπτη θέση στην είσοδο του λιμανιού ενώ ακόμα δεν γνωρίζουμε βασικά πράγματα π.χ. πόσος είναι ο πληθυσμός του.
ΥΓ1. Ο ξύλινος φράχτης δεν θα εξυπηρετήσει σε κάτι. Έχω δει θηλυκό ελάφι να πηδά με άνεση περίφραξη με συρματόπλεγμα ύψους περίπου 1.70μ.
ΥΓ2. Στα σημεία στα οποία αναφέρομαι θα μπορούσαν να κατασκευαστούν κατάλληλα σχεδιασμένα ξύλινα υπόστεγα με ανοξείδωτες ποτίστρες και ταΐστρες για λόγους αντοχής αλλά και υγιεινής των οποίων η τροφοδοσία θα γίνεται οργανωμένα ακολουθώντας συγκεκριμένο πρωτόκολλο ως προς το είδος της τροφής, την ποσότητά της, τη συχνότητα και την ώρα τροφοδοσίας, κ.λπ. Στην Εικόνα 1 απεικονίζεται υπόδειγμα υπόστεγου το οποίο διαθέτει και χώρο για την αποθήκευση ζωοτροφής.
ΥΓ3. Η Εικόνα 2 δείχνει αδέσποτα αιγοπρόβατα να τρώνε δέντρο στο Κιοτάρι πρόσφατα φυτεμένο από την περιφέρεια, ενώ στην Εικόνα 3 αδέσποτα αιγοπρόβατα τρώνε τροφή αφημένη από εθελοντές που προοριζόταν για τα ελάφια.
ΥΓ4. Αν υποθέσουμε ότι ο ξύλινος φράχτης είναι αρκετά ψηλός περί τα 1.8μ για να μην πηδάνε τα ελάφια από πάνω και θεωρώντας μία λογική τιμή υλικών και τοποθέτησης σε σχετικά δύσβατο έδαφος γύρω στα 130€/μ, τότε το κόστος για 16χλμ ξύλινο φράχτη εκτιμάται γύρω τα 2.080.000€. Διόλου ευκαταφρόνητο ποσό.
Παραπομπές
[1] https://onlinelibrary.wiley.com/doi/10.1002/ece3.8221
[3] https://www.fieldandstream.com/conservation/how-deer-cope-with-wildfires-study/

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News