Πάνος Βρυνιώτης: «Στα Δωδεκάνησα θυμήθηκα γιατί επέλεξα να γίνω γιατρός»

Πάνος Βρυνιώτης: «Στα Δωδεκάνησα θυμήθηκα γιατί επέλεξα να γίνω γιατρός»

Πάνος Βρυνιώτης: «Στα Δωδεκάνησα θυμήθηκα γιατί επέλεξα να γίνω γιατρός»

Κυριακή Πετρίδου

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 6544 ΦΟΡΕΣ

Ο αγροτικός γιατρός του Κ.Υ. Έμπωνα μιλάει για την εμπειρία του στα νησιά μας

Οι υπηρεσίες υγείας στη Ρόδο και τα μικρονήσια μας, μέσα από τα μάτια ενός αγροτικού γιατρού, που έρχεται να υπηρετήσει στην ύπαιθρο ως το υποχρεωτικό «σκαλοπάτι» για να γίνει γιατρός. Αυτή είναι η «κεντρική ιδέα» της συνέντευξης, για το θέμα της Υγείας στα νησιά μας, που είναι συνυφασμένο με την πορεία τους, την ανάπτυξή τους και, εν τέλει, τη ζωή σ’ αυτά. Ένα θέμα που έρχεται και επανέρχεται στην επικαιρότητα κάθε τόσο, και συνήθως όχι με θετική χροιά.

Ο Πάνος Βρυνιώτης, ούτε 29 χρονών ακόμη, είναι αγροτικός γιατρός στο Κέντρο Υγείας Έμπωνα και μέχρι τα τέλη του καλοκαιριού θα φύγει, έχοντας συμπληρώσει δύο χρόνια εδώ. Το γεγονός ότι έκανε Πάσχα στους ακριτικούς Αρκιούς-αφού το Κ.Υ. Έμπωνα συνηθίζει να στηρίζει τα ιατρεία στα μικρονήσια, μία παρακαταθήκη του αείμνηστου διευθυντή του, Θεοφάνη Μούκα-ήταν αυτό που μας ιντρίγκαρε για να δούμε τις υπηρεσίες υγείας στις απομακρυσμένες δομές της περιοχής μας από την πλευρά ενός αγροτικού γιατρού. Εκείνου του νέου ανθρώπου, που (συνήθως) έρχεται από την άλλη άκρη της Ελλάδας… και καταλήγει να υπηρετεί το Πάσχα στους Αρκιούς.

Ο Πάνος, κατάγεται από τον Πύργο της Ηλείας, τελείωσε την Ιατρική Σχολή της Πάτρας και πριν έρθει εδώ, εργάστηκε για λίγο σε ιδιωτική κλινική εκεί. Όπως καταλάβαμε από αυτή τη συνέντευξη, δεν είναι καθόλου τυχαία περίπτωση! Ο τρόπος που μιλάει για την εμπειρία του στα νησιά μας αυτά τα δύο χρόνια, δείχνει ότι έχει μία συνολική αντίληψη για το πώς προσφέρονται οι υπηρεσίες υγείας στην περιοχή μας, τι θα μπορούσε να γίνει για να βοηθηθεί το δύσκολο έως και δυσβάσταχτο πολλές φορές, έργο που καλούνται να φέρουν σε πέρας οι υγειονομικοί αλλά και μια βαθιά ενσυναίσθηση για τις τοπικές κοινωνίες.

Κανονικά θα έπρεπε να είχε φύγει στον ένα χρόνο, πήρε όμως ακόμα έναν παρατασιακό λόγω της αναμονής για την ειδικότητα που επιθυμεί να ακολουθήσει, που είναι η Ψυχιατρική, και θα την αποκτήσει τα επόμενα πέντε χρόνια, προφανώς από κάποιο μεγάλο νοσοκομείο των Αθηνών.

Α, και παράλληλα με την Ιατρική, σπουδάζει για το δεύτερο πτυχίο του, στο «Πάντειο», στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών και Ιστορίας γιατί-όπως μας λέει αφοπλιστικά-οι σπουδές της Κοινωνιολογίας και της Πολιτικής Ιστορίας πάντα τον ενδιέφεραν. «Δεν είναι ότι σκοπεύω να αφήσω την Ιατρική. Η Ιατρική είναι το μεράκι μου, είναι το πάθος μου, είναι η δουλειά μου αλλά παράλληλα, πάντοτε, από παιδί ήμουνα ανήσυχο πνεύμα και μου άρεσε να γνωρίζω πολλά διαφορετικά γνωστικά πεδία, έστω από λίγο. Οπότε, έτυχε να έχω λίγο παραπάνω χρόνο αυτή την περίοδο και επέλεξα να εντρυφήσω σε αυτό το κομμάτι»!

Παρακάτω, η συνέντευξη στη «Ροδιακή» αυτής της ξεχωριστής περίπτωσης-θεωρούμε-γιατρού και νέου ανθρώπου:

Φαντάζομαι έχει πέσει στην αντίληψή σας το θέμα με το Νοσοκομείο της Ρόδου, που επανήλθε στην επικαιρότητα το τελευταίο διάστημα, κυρίως για την έλλειψη γιατρών και νοσηλευτών. Ένας νέος άνθρωπος, ένας νέος γιατρός σαν κι εσάς, γιατί δεν θα επέστρεφε στη Ρόδο;

«Νομίζω ότι (είναι) η δυσκολία η οποία υπάρχει, τόσο στη Ρόδο, όσο και γενικά στα περιφερειακά νοσοκομεία. Και αυτό συμβαίνει ακόμα περισσότερο στα νησιά γιατί η θάλασσα σαν διαχωριστικό είναι πιο δύσκολη απ’ ό,τι τα περιφερειακά νοσοκομεία στη στεριά. Είναι δύσκολο άνθρωποι οι οποίοι δεν είναι ντόπιοι, δεν είναι από ‘δω να χτίσουν μία ζωή εκ νέου σε έναν άλλο τόπο, ο οποίος έχει πιθανώς και πιο δύσκολη πρόσβαση στον τόπο καταγωγής τους.

Και το δεύτερο είναι ότι δεν υπάρχουν επαρκή κίνητρα, τα οποία να δίνονται ειδικά σε ειδικούς γιατρούς, ώστε να έρθουν να απασχοληθούν σ’ αυτά τα μέρη τα οποία είναι αρχικά υποστελεχωμένα και έπειτα έχουν και αυξημένες ανάγκες, ακριβώς λόγω της γεωγραφικής τους θέσης και λόγω της γεωγραφικής τους ιδιαιτερότητας».

Επειδή προέρχεστε από έναν τόπο που είναι αρκετά μακριά από τη Ρόδο, είναι επαρχία, προφανώς έχετε ένα περιφερειακό νοσοκομείο κοντά. Στον τόπο καταγωγής σας αντιμετωπίζετε παρόμοια προβλήματα με εμάς ή είναι καλύτερα τα πράγματα στον τομέα της παροχής υπηρεσιών υγείας; Γιατί, εμείς πάντα λέμε ότι επειδή εδώ μεσολαβεί θάλασσα όλα είναι πιο δύσκολα για εμάς…

«Νομίζω ότι η κατάσταση γενικά στα περιφερειακά νοσοκομεία, ανά τη χώρα, είναι εξαιρετικά δύσκολη λόγω της έλλειψης προσωπικού. Αυτό συμβαίνει και γιατί οι νέοι γιατροί δύσκολα επιλέγουν να απασχοληθούν στο Εθνικό Σύστημα Υγείας-πολλοί από αυτούς είτε ιδιωτεύουν είτε φεύγουν σε χώρες του εξωτερικού-γιατί πλέον με τη διάχυση της πληροφορίας στην εποχή που ζούμε, είναι πολύ πιο εύκολο για έναν γιατρό να ανακαλύψει ευκαιρίες, οι οποίες βρίσκονται στο εξωτερικό και να αναγνωρίσει πόσο μισθολογικά πληττόμενος είναι, σε σχέση με συναδέλφους του, οι οποίοι ζουν σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Και πολλές φορές ακόμα και στα ωράρια και τις συνθήκες εργασίας…».

Αυτό για το οποίο «φωνάζουν» εδώ και χρόνια οι γιατροί είναι αυτό που αναφέρατε κι εσείς: Να δοθούν κίνητρα. Το βασικό κίνητρο για μια περιοχή όπως η δική μας είναι το μισθολογικό και τα τελευταία χρόνια προέκυψε και το στεγαστικό πρόβλημα. Τι θα αποτελούσε δέλεαρ για έναν νέο γιατρό όπως εσείς, ώστε να σας «κρατήσει» στη Ρόδο;

«Η αλήθεια είναι ότι από την περιφέρεια έχουν γίνει κάποιες προσπάθειες, ειδικά σε πιο απομακρυσμένα ιατρεία τα οποία αφορούν μικρότερα νησιά ή απομακρυσμένα χωριά, έχουν δοθεί κάποια, μικρά, οικονομικά κίνητρα. Θεωρώ ότι αυτά είναι προς τη σωστή κατεύθυνση. Επίσης, κάποιες δημοτικές αρχές, ιδίως σε μικρά νησιά, έχουν κάποιον χώρο τον οποίο τον διαθέτουν για τον γιατρό. Δυστυχώς, αυτό δεν είναι κάτι το οποίο γίνεται συντονισμένα και οργανωμένα και δεν καλύπτει σε καμία περίπτωση τις πραγματικές ανάγκες.

Οπότε, αυτό το οποίο εγώ θα έβλεπα ως απαραίτητη προϋπόθεση για να μπορέσουμε να στελεχώσουμε πιο αποτελεσματικά τα απομακρυσμένα νησιά μας αλλά και τα μεγαλύτερα νησιά του Αιγαίου, τα οποία επίσης λειτουργούν σαν σημεία αναφοράς για όλο το υπόλοιπο πέλαγος, είναι: Να διασφαλίσουμε ότι θα υπάρχει επαρκής στέγαση για τους γιατρούς οι οποίοι έρχονται εδώ, ότι θα υπάρχει ένα μισθολογικό κίνητρο του αγόνου, το οποίο θα είναι σημαντικά υψηλότερο απ’ ό,τι είναι τώρα και το οποίο θα αποτελεί ουσιαστικό παράγοντα οικονομικό, ώστε κάποιος να επιλέξει να ασκήσει την ιατρική σε ένα απομακρυσμένο μέρος, μακριά από τους οικείους του, σε σχέση με το να την ασκήσει στο μέρος του, το οποίο ενδεχομένως, εκτός από την οικογένειά του, να έχει και κάποιο ακίνητο δικό του, όπου μπορεί να μείνει χωρίς τα έξοδα της στέγασης.

Οπότε, σ’ αυτούς τους δύο παράγοντες, τους οποίους επισημάνατε κι εσείς, εντοπίζω κι εγώ τα βασικά κίνητρα τα οποία πραγματικά θα μπορούσαν να φέρουν γιατρούς εδώ. Και εκτός από την Κεντρική Κυβέρνηση, θεωρώ ότι σημαντικό ρόλο σε αυτό πρέπει να παίξει και η τοπική αυτοδιοίκηση. Γιατί αυτή γνωρίζει καλύτερα ποιοι είναι οι διαθέσιμοι πόροι που υπάρχουν, τόσο κτιριακά όσο και οικονομικά, και ποιες είναι οι ανάγκες της εκάστοτε τοπικής κοινωνίας. Είναι αυτοί οι οποίοι έχουν πιο άμεσα επαφή με τους πολίτες και τις ανάγκες τους και είναι αυτοί οι οποίοι, για μένα, θα έπρεπε να έχουν και πιο ενεργό ρόλο στο να βοηθήσουν να καλυφθούν αυτές οι ανάγκες».

Υπηρετείτε σε μία δομή υγείας, απομακρυσμένη στο νησί, που είναι, όμως, κομβικής σημασίας για την δυτική πλευρά και τη διηύθυνε μία ξεχωριστή προσωπικότητα του ιατρικού κόσμου στην περιοχή μας, ο αείμνηστος Θεοφάνης Μούκας, που ξεπερνούσε πολύ τα στενά όρια της παροχής υπηρεσιών υγείας. Τι έχετε να πείτε για τη συνεργασία σας;

«Πράγματι, ο Φάνης ο Μούκας, υπήρξε για μένα, εκτός από διευθυντής μου στο Κέντρο Υγείας και εξαιρετικός συνάδελφος, τον οποίο τον θαύμαζα και συνεχίζω να τον θαυμάζω. Αποτέλεσε για μένα ένα πρότυπο για το πώς ασκείται η Ιατρική. Ήταν ένας άνθρωπος, ο οποίος, όσο τον έζησα εγώ, πάντοτε ήταν στο πλάι των ασθενών, πάντοτε ήταν στο πλάι των κατοίκων των απομακρυσμένων χωριών της δυτικής πλευράς της Ρόδου.

Αναβάθμισε τρομερά τη λειτουργία του Κ.Υ. με πρωτοβουλίες τις οποίες πάντοτε με αυταπάρνηση έπαιρνε, ώστε να αναβαθμιστεί και ο εξοπλισμός του Κ.Υ. και το προσωπικό να μπορέσει να αυξηθεί. Έλαβε κάποιες πάρα πολύ σημαντικές πρωτοβουλίες και πραγματικά, φεύγοντας άφησε ένα δυσαναπλήρωτο κενό για το Κ.Υ. και για το νησί της Ρόδου αλλά και συνολικά για τα Δωδεκάνησα. Γιατί, ο Φάνης ο Μούκας, σαν γιατρός ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του από το Καστελλόριζο-αυτό είναι κάτι που πολλοί μπορεί να μην το γνωρίζουν. Ξεκίνησε ως αγροτικός γιατρός στο Καστελλόριζο και πάντοτε είχε στο μυαλό του τις ανάγκες των μικρών και απομακρυσμένων νησιών. Οπότε, αυτή ήτανε μία κουλτούρα την οποία την εμφύσησε και σ’ εμάς ως αγροτικούς ιατρούς….».

Εδώ θα ήθελα να σταθώ: Κάνατε Πάσχα στους Αρκιούς. Πώς το περάσατε; Ένας νέος άνθρωπος, στεριανός, βρίσκεται να προσφέρει τις υπηρεσίες του, μόνος, σε ένα μικρονήσι του Αιγαίου…

«Σίγουρα υπήρξε για μένα ένα πάρα πολύ διαφορετικό Πάσχα: Ένα Πάσχα μακριά από την οικογένειά μου, μακριά από τους δικούς μου ανθρώπους αλλά είχα την ευκαιρία, στο μικρό νησί των Αρκιών, το οποίο έχει λιγότερους από σαράντα κατοίκους, να αποκτήσω μία καινούργια οικογένεια θα μπορούσα να πω, η οποία βρίσκεται σε ένα μικρό νησί του Αιγαίου, στο οποίο δεν περίμενα ποτέ, υπό φυσιολογικές συνθήκες, ότι θα βρισκόμουν να περνάω το Πάσχα μου.

Οι άνθρωποι του νησιού πραγματικά με αγκάλιασαν, μου έδειξαν τι σημαίνει η ελληνική φιλοξενία, την οποία πολλές φορές την ξεχνάμε. Ειδικά στα τουριστικά νησιά, στο βωμό του κέρδους και της μαζικής τουριστικοποίησης, πολλές φορές, αυτή η αυθεντική, η ανθρώπινη, φιλοξενία που βγαίνει μέσα από την καρδιά του άλλου, δεν συναντάται εύκολα και ήταν μοναδική εμπειρία για μένα να νιώσω ότι οι άνθρωποι αυτοί πραγματικά με έβαλαν μέσα στο σπίτι τους, μέσα στην οικογένειά τους, περάσαμε μαζί το Πάσχα, συμμετείχα σε όλες τις εκδηλώσεις του νησιού, γνώρισα όλους τους κατοίκους.

Έτυχε μάλιστα τις μέρες που βρισκόμουν στο νησί να υπάρξει και μία δράση εκ μέρους μίας ομάδας στη Ρόδο των «γιατρών της καρδιάς», οι οποίοι έστειλαν κάποια φάρμακα και κάποια αναλώσιμα για το ιατρείο των Αρκιών, και είχα την ευκαιρία να τα οργανώσω όλα αυτά και να μοιράσω κάποια είδη πρώτης ανάγκης στους κατοίκους του νησιού, οπότε να ενισχύσω και τη λειτουργία του ιατρείου τις μέρες τις οποίες βρισκόμουνα εκεί. Φεύγω πραγματικά με τις πιο όμορφες αναμνήσεις από αυτό το Πάσχα και είμαι σίγουρος ότι θα ξανανταμώσω με αυτούς τους ανθρώπους. Θα έχουν πάντα μία ξεχωριστή θέση στην καρδιά μου».

Εκεί στους Αρκιούς, ένας νέος γιατρός, αισθάνεται μόνος του; Αισθάνεται το βάρος της ευθύνης και «αβοήθητος»;

«Το ιατρείο των Αρκιών δεν στελεχώνεται με άλλο υγειονομικό προσωπικό. Υπάρχει μόνο ο γιατρός εκεί. Η αλήθεια είναι ότι οι περισσότεροι φοιτητές ιατρικής, ολοκληρώνοντας τις σπουδές τους και παίρνοντας το πτυχίο της ιατρικής, νιώθουν μία ανασφάλεια να ασκήσουν την ιατρική σε τέτοια απομακρυσμένα νησιά γιατί νιώθουν μόνοι και νιώθουν ότι στερούνται της εμπειρίας.

Αυτός ήταν και ο λόγος που κι εγώ επέλεξα να ξεκινήσω τη σταδιοδρομία μου από ένα Κ.Υ. όπου εκεί, με τη συνεργασία του υπόλοιπου ιατρονοσηλευτικού προσωπικού, ένιωσα κι εγώ μεγαλύτερη ασφάλεια. Έτσι, σταδιακά, όταν μου δόθηκαν οι πρώτες ευκαιρίες να πάω σε μικρότερα νησιά και να ασκήσω την ιατρική πιο «μοναχικά», όπως ήταν η Χάλκη, η Σύμη, όπως ήταν οι Αρκιοί, προσεχώς θα πάω στην Πάτμο, ένιωθα πιο έτοιμος, κυρίως ψυχολογικά.

Γιατί τη γνώση την έχεις. Αυτό που σου λείπει είναι η ασφάλεια και η εμπιστοσύνη στις δυνάμεις σου. Οπότε ένιωθα πιο έτοιμος και όταν πήγα στους Αρκιούς για μένα ήταν απλά μία ακόμα εμπειρία και μία ευκαιρία να γνωρίσω τους ανθρώπους από ένα απομακρυσμένο μέρος της Ελλάδας και να τους προσφέρω τις υπηρεσίες μου».

Στο Κ.Υ. Έμπωνα, ένας γιατρός, ένας υγειονομικός, τι νιώθει ότι του λείπει;

«Όσον αφορά το Κ.Υ. Έμπωνα, νομίζω ότι αυτό το οποίο θα αναβάθμιζε σημαντικά τη λειτουργία του θα ήταν η παρουσία ενός καινούργιου ασθενοφόρου. Αυτή τη στιγμή, έχουμε ένα παλαιό όχημα το οποίο έχει ένα φορείο παλαιάς τεχνολογίας το οποίο δυσκολεύει πάρα πολύ τη διαχείριση περιστατικών τα οποία είναι πιο δύσκολα. Και επίσης έχουμε μόλις έναν επαγγελματία οδηγό για τον χειμώνα. Οι υπόλοιποι είναι οδηγοί οι οποίοι μας έρχονται από την αεροπορία και δεν έχουν εμπειρία διασώστη. Οπότε, αυτό καθιστά επισφαλή τη λειτουργία του ασθενοφόρου που έχουμε ήδη. Αυτό είναι το ένα ζήτημα.

Όσο αφορά τώρα το κομμάτι των μικρών νησιών και των αναγκών που υπάρχουν, η αλήθεια είναι ότι έχει γίνει μία πολύ φιλότιμη προσπάθεια στην συντριπτική πλειοψηφία των μικρών, αποκεντρωμένων, μονάδων υγείας που υπηρέτησα στα διάφορα νησιά, και ο εξοπλισμός, ο οποίος υπάρχει είναι σε ένα αρκετά καλό επίπεδο για το μέγεθος των νησιών αυτών. Αυτό το οποίο λείπει, μοιραία, είναι το προσωπικό, το οποίο θα μπορέσει να λειτουργήσει με επάρκεια αυτό τον εξοπλισμό και επίσης το ζήτημα της τηλεϊατρικής.

Έχουν δημιουργηθεί πολλές μονάδες τηλεϊατρικής στα διάφορα νησιά, οι οποίες έχουν εξοπλισμό τελευταίας τεχνολογίας, παρ’ όλα αυτά λόγω κακής οργάνωσης, από το υπουργείο Υγείας πιθανώς; Λόγω μειωμένου ενδιαφέροντος από το προσωπικό που υπάρχει στα νησιά, στα διαφορά ιατρεία; Δαν ξέρω τι απ’ τα δύο μπορεί να ευθύνεται, πιθανώς να είναι συνδυασμός και των δύο-δεν έχει λειτουργήσει και δεν έχει προσφέρει τις υπηρεσίες τις οποίες θα μπορούσε να προσφέρει στον πληθυσμό τόσο των απομακρυσμένων νησιών όσο και των απομακρυσμένων χωριών, τα οποία διαθέτουν αυτή την υπηρεσία».

Υπάρχει κάποιο περιστατικό στο Κ.Υ. Έμπωνα ή στα άλλα νησιά που βρεθήκατε, το οποίο, είτε λόγω της δυσκολίας του είτε λόγω ειδικών συνθηκών, σας έχει εντυπωθεί;

«Σίγουρα έχει υπάρξει πληθώρα περιστατικών, τόσο στο Κ.Υ. όσο και στα διάφορα νησιά που υπηρέτησα. Αυτό που μου έχει εντυπωθεί σαν εμπειρία είναι ο πολυδιάστατος ρόλος τον οποίο καλείσαι να επιτελέσεις σαν αγροτικός γιατρός σε ένα μικρό νησί, που εκεί είσαι γιατρός, διασώστης, νοσηλευτής, επικοινωνείς με το ΕΚΑΒ, με το νοσοκομείο, κάνεις… διακόσιες διαφορετικές επικοινωνίες και χειρωνακτική εργασία… η οποία δεν είναι ακριβώς αυτό για το οποίο προετοιμάζεσαι ψυχολογικά όταν πας να ασκήσεις την Ιατρική.

Δηλαδή, μπορεί να βρεθείς ξαφνικά… όπως μου είχε τύχει για παράδειγμα στη Χάλκη, σε κάποιον ηλικιωμένο κύριο από το εξωτερικό, που χρειάστηκε να πάμε στο σπίτι του και να βρούμε τρόπο επειδή ήταν υπέρβαρος, να τον μετακινήσουμε χωρίς να έχω πλήρωμα ασθενοφόρου, χωρίς να έχω κάποιον. Αξιοποιώντας απλά περαστικούς ή άτομα από το Λιμενικό ή από την Αστυνομία του νησιού, για να με βοηθήσουν να μεταφέρω τον άνθρωπο αυτόν. Οι οποίοι, προφανώς, δεν είχαν ειδικές γνώσεις για το πώς να διαχειριστούν ένα τέτοιο περιστατικό και προφανώς, αναλάμβανα και εγώ μία ευθύνη για όλο αυτό, η οποία δεν μου αναλογούσε σίγουρα».

Είναι, όμως, αυτές συνθήκες για να προσφέρει τις υπηρεσίες του ένας γιατρός;

«Οι συνθήκες σε αυτά τα μέρη είναι εξαιρετικά δύσκολες για έναν γιατρό. Και σίγουρα, τηρουμένων των αναλογιών και με δεδομένο το μέγεθος του εκάστοτε νησιού, θα πρέπει και η πολιτεία να μεριμνά, ώστε να διευκολύνει το έργο του γιατρού, προσθέτοντας το απαραίτητο προσωπικό, το οποίο πραγματικά μπορεί να επιτελέσει έναν επικουρικό ρόλο στο έργο του: είτε αυτό λέγεται οδηγός ασθενοφόρου, είτε λέγεται νοσηλευτής είτε λέγεται διασώστης.

Ειδικά, με τη ραγδαία άνοδο του τουρισμού στα νησιά του Αιγαίου, δεν μπορεί να απασχολούμε εκατοντάδες χιλιάδες νέα παιδιά στον κλάδο του τουρισμού στα νησιά και να δεχόμαστε εκατομμύρια τουρίστες κάθε χρόνο στα νησιά και να μην έχουμε φροντίσει, ώστε οι υποδομές του συστήματος υγείας να μπορούν να εξυπηρετήσουν όλον αυτό τον πληθυσμό, ο οποίος κατακλύζει τα ελληνικά νησιά τους καλοκαιρινούς μήνες».

Τέλος, αυτή η εμπειρία που αποκομίσατε από τη Ρόδο και τα μικρονήσια, με τι σας εφοδίασε ως γιατρό;

«Για μένα, νομίζω ότι η εμπειρία αυτών των δύο ετών, τόσο στη Ρόδο όσο και στα υπόλοιπα μικρά νησιά του Αιγαίου που υπηρέτησα, μου θύμισε τον πραγματικό λόγο για τον οποίο επέλεξα να γίνω γιατρός, όταν έδωσα Πανελλαδικές στα δεκαοκτώ μου. Γιατί, ο λόγος για τον οποίο επέλεξα να γίνω γιατρός ήταν η ανάγκη μου να προσφέρω στον άνθρωπο. Και, πολλές φορές, τα περιβάλλοντα ενός νοσοκομείου ή τα περιβάλλοντα μίας ιατρικής σχολής, μπορεί να φαντάζουν αρκετά απρόσωπα.

Όμως, στα πλαίσια μιας μικρής κοινωνίας και ενός μικρού νησιού, έχοντας τον ρόλο του γιατρού του χωριού ή του γιατρού του νησιού, πραγματικά αντιλαμβάνεσαι άμεσα την ευθύνη την οποία έχεις απέναντι στους ανθρώπους, οι οποίοι είναι οι ασθενείς και κατανοείς καλύτερα ποιος πρέπει να είναι ο ρόλος σου ως γιατρός απέναντι στην τοπική κοινωνία την οποία υπηρετείς».

Διαβάστε ακόμη

Τάσος Χατζηλιαμής: «Εκπληκτική η δυναμική της Ρόδου σε περιόδους κρίσης»

Γιάννης Παππάς: «Η Δικαιοσύνη οφείλει να κάνει τη δουλειά της ανεπηρέαστη και στην ώρα της»

Μάνος Κόνσολας: «Το στοίχημα δεν είναι οι αφίξεις, αλλά τα έσοδα | Η Ελλάδα πρέπει να περάσει από την ποσότητα στην αξία»

Κ. Πιερρακάκης: «Ισχυρότερο του αναμενομένου το πλεόνασμα»

Το όραμα του Κ. Πράπογλου για το Μουσείο Νεοελληνικής Τέχνης

Σχολικός Εκφοβισμός: Τα σημάδια, τα λάθη των γονιών και η δύναμη της ενσυναίσθησης

Συνέντευξη με τον Δρ. Γιώργο Ρόκα: Ευρυαγγείες στα πόδια – Όσα πρέπει να γνωρίζετε για τα αίτια, τα συμπτώματα και τις σύγχρονες θεραπείες

Μπροστά στην κρίση: Η δράση των κοινωνικών λειτουργών στο Νότιο Αιγαίο