Ηλίας Καραβόλιας: Η «άνοια» του μέλλοντός μας

Ηλίας Καραβόλιας: Η «άνοια» του μέλλοντός μας

Ηλίας Καραβόλιας: Η «άνοια» του μέλλοντός μας

Rodiaki NewsRoom

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 551 ΦΟΡΕΣ

Γράφει ο Ηλίας Καραβόλιας

Εδώ και πολλά χρόνια το πολιτικό και οικονομικό σκηνικό στη χώρα παράγει «διαιρέσεις» ακριβώς για να μην ψάχνουμε εναλλακτικές οπτικές και πιθανές λύσεις, οπότε να αγνοείται από μόνο του το όποιο πρόβλημα.

Είναι ένα σκηνικό καλά σκηνοθετημένο, όχι όμως από κάποιο κέντρο ή εστία ελέγχου, αλλά από το όψιμο μηχανικό αυτόματο της καπιταλιστικής λειτουργίας διεθνώς.

Μια «θεαματική κανονικότητα» ώστε τα προβλήματα (ακόμη και επιβίωσης αρκετών) να μην φαίνονται, να μην αναδύονται, λόγω της άνετης ζωής των υπολοίπων, που ενώ στην πραγματικότητα είναι λίγοι τελικά μοιάζουν να είναι πολλοί.

Προσπαθούν να μας επιβάλλουν ομοιόμορφη σκέψη, συμμόρφωση στο συμβάν ως «δεδομένο».

Αλλά τα φίλτρα του καθενός διαφέρουν: δεν υπάρχει πουθενά στον κόσμο κοινωνία που να προχωρεί στην ιστορία χωρίς υποκείμενα διαφορετικά σε ιδεολογίες και πεποιθήσεις, ακόμη και σε αντιλήψεις ή εμμονές.

Κανένας λαός δεν μπορεί να αντέξει για πολύ καιρό την ομοιομορφία, την ομοιογένεια, την προσαρμογή στο «αυτό».

Απλά στον τόπο αυτό έχουμε κάτι που δεν το παραδεχόμαστε ποτέ: υπερτροφικό ατομικό εγώ που ρέει εύκολα στο συλλογικό ασυνείδητο και που δεν μετουσιώνεται σε ένα έστω υποτυπώδες ή περιστασιακό «εμείς».

Η αλλεργία μας στη συλλογικότητα είναι η αλλεργία μας στην κατανόηση του καλά κρυμμένου νοήματος, ώστε να απωθεί την συνεννόηση.

Γι’ αυτό και ρέπουμε στο να αναζητούμε ένδοξα παρελθόντα. Και με τη θύμηση του όποιου μεγαλείου του πολιτισμού και της ιστορίας, «ψηλώνουμε» και το τωρινό μας εθνικό μπόι - αλλά και τους ίδιους τους εαυτούς μας.

Πλέον στο διαδίκτυο (παγκόσμια) μπορούν όλοι δωρεάν να νοσταλγούν και να οραματίζονται. Ως Έλληνες, πρώτοι στο τζάμπα πράγμα, αλληλοφαγωνόμαστε για το πώς θα αναβιώσουμε την «χαμένη αίγλη» στη χώρα, στην πόλη, στο νησί, στο χωριό, στη γειτονιά, στην επιχείρηση, στο σόι, στην οικογένεια: μικρογραφούμε την χαμένη μεγάλη ιδέα μας για ένα αβίωτο ή φαντασιακά ένδοξο παρελθόν.

Και όπως οι μεγαλομανείς γείτονες Αιγύπτιοι σήκωσαν το «μεγάλο μουσείο» του πάλαι ποτέ πολιτισμού τους - με το 40% του λαού τους να υποφέρει οικονομικά - είμαστε και εμείς πρόθυμοι για επαναφορά της «χαμένης αίγλης», κρυπτόμενοι πίσω από το παγκόσμιο αυτονόητο («λαός που ξεχνά το παρελθόν δεν έχει μέλλον»).

Η ιστορία και ο πολιτισμός όμως δεν είναι μόνο μνημεία και «συμβολική αναπαράσταση» δόξας και μεγαλείου. Είναι παιδεία, σχολεία, βιβλία, γνώση, κουλτούρα: όχι επιμονή φαντασιακής υπεραναπλήρωσης χαμένων εποχών που δήθεν θα φωτίσουν το μέλλον.

Μερικές φορές ξεχνάμε ότι συνυπάρχουμε και κυρίως οι της κυρίαρχης συστημικής ιδεολογίας, έχουν διαθέσιμη κάθε στιγμή την εμφυλιοπολεμική ρητορική.

Και αυτό γίνεται ασυνείδητη συνήθεια, μια ανεπίγνωστη διαίρεση, θαρρείς, μεταξύ πλατωνικών και αριστοτελικών οπαδών (άσχετα αν δεν ξέρουμε καλά-καλά τις διαφορές τους).

Αλλά στην πραγματικότητα δεν είμαστε μόνο χωρισμένοι σε δεξιούς και αριστερούς ή σε συντηρητικούς και προοδευτικούς (μας ενώνει πλέον το ηλεκτρικό SUV, το iPhone και ένα Armani): είμαστε η αιώνια διαίρεση εντός μας σε πόλεις-κράτη, σε «Αθηναίους και Σπαρτιάτες».

Σε κάθε γωνιά της Ελλάδας, όπως και κάθε χώρας, νομίζω, τα εσωτερικά σύνορα παράγουν ηδονικούς εμφύλιους.

Όμως τώρα που καλπάζει η αμερικανιά στον κόσμο και ο βιοπολιτικός κυνισμός, τώρα που η βία της αποδοχής του δικαίου των ισχυρών κυριαρχεί, δεν βλάπτει να κατεβάσουμε λίγο τη «μουτσούνα» μας στην ιστορία. Ας χαμηλώσουμε κάπως το δήθεν αλάθητο του ελληνικού μας ριζώματος, ας αποδεχθούμε το ιδιοσυγκρασιακό μας στοιχείο, τον συγκρουσιακό μας χαρακτήρα και ας δούμε το εναλλακτικό μέλλον του πολιτισμικού και ιστορικού μας αποτυπώματος.

Η Ελλάδα (η συντηρητική, πουριτανική, ρατσιστική και σχεδόν εθνικιστική της εκδοχή) ήταν πάντα μια φαντασιακή απεικόνιση στο χρόνο, μια ψευδοαναπαράσταση συγκροτημένης ταυτότητας μεταξύ Ανατολής και Δύσης.

Και σήμερα, με τη δυνατότητα όλων να εκφραζόμαστε, σχεδόν ζούμε με μια «κανονική» πλέον νεύρωση παντογνωσίας και συμμετοχής στα δρώμενα.

Και αυτό τρέχει από πίσω κάθε στιγμή, επειδή μας λυτρώνει από το να μένουμε μόνοι με το αφόρητο μέρος του εαυτού μας.

Ο εαυτός αυτός που έχει αποικιοποιηθεί από το διεθνές καπιταλιστικό ασυνείδητο (βλ. Τόμιτς) και πλέον λόγω των social ένα πολύ μεγάλο μέρος της κοινωνίας προσποιείται ότι νοιάζεται για τα αδιέξοδα της υπόλοιπης κοινωνίας (χώνοντας μέσα και τα δικά του).

Το μέλλον όμως έχει μάλλον μπόλικη ξηρασία, αλλά δεν σημαίνει αυτό ότι θα διψάσουμε. Αρκεί να μην πνιγούμε στο παρόν που διαβρώνει συστηματικά θεσμούς και κοινωνική συνοχή.

Και η ανάκληση που προσπαθούν να μας επιβάλλουν, η έγνοια μας για την χαμένη λάμψη στην ιστορία, απλά θα γεννήσει τον εμφύλιο εντός μας: κανείς δεν κινείται μπροστά όταν μόνο αποδέχεται αυτό που ζει (επειδή βολεύεται να νοσταλγεί) χωρίς να φαντάζεται το εναλλακτικό, έστω και αν είναι γήινο και εφικτό.

Το νεοελληνικό άτομο ως υποκείμενο της ιστορίας, δεν είναι ιδιαιτερότητα στο παγκόσμιο μεταποιημένο βιοπολιτικό στερέωμα της συμμόρφωσης με το συστημικό αυτόματο.

Ας μην βολευόμαστε στο ανάδελφο εθνικό όραμα και στα μεγάλα ιδεώδη, ενώ μας τρώνε τα μικρά. Δεν μπορούμε να κλείσουμε λακκούβες στο δρόμο, και με άνεση σαλονιού και μουσείου, ονειρευόμαστε μνημεία και αγάλματα.

Και αυτό μας βοηθάει να καταπολεμήσουμε την «άνοια του μέλλοντός μας» με το να θυμηθούμε για λίγο μέσα στο ανέφικτο φαντασιακό μας, ότι υπήρξαμε - ενώ τώρα, μέσα στο υβριδικό αμάξι με τις δόσεις leasing, με τη φίρμα στη ζακέτα μας και με λίγα λεφτά στο e-banking μας, δίνουμε ένα κλικ στο ένστικτο αυτοσυντήρησης.

Αργήσαμε να πούμε στον εθνικό σπασμένο καθρέφτη μας «καλώς ήλθες Έλληνα στον καπιταλισμό, και ας άργησες» (δηλαδή «καλώς ήλθες στην έρημο του Πραγματικού», που λέει ο Ζίζεκ).

ΥΓ: Υπάρχουν πολλές Ελλάδες και αυτό πλέον συμβαίνει σε κάθε χώρα: η ομογενοποίηση της βιοπολιτικής καθυπόταξης του νεοφιλελεύθερου μοντέλου ανάπτυξης του εαυτού, γέννησε σκόπιμα την εξατομίκευση και την εσωτερική διαίρεση στους λαούς.

Ζούμε μέσω της «μιμητικής επιθυμίας» και της σύγκρισης (που έλεγε ο Ρενέ Ζιράρ), παρέα με τον φθόνο και τη μνησικακία της «κλειστής κοινωνίας» (βλ. Λιποβάτς).

Μιας κοινωνίας που θα συνεχίσει φυσικά να υποδύεται την άνετη και την προοδευτική…

Διαβάστε ακόμη

Γιώργος Ατσαλάκης: Η συνάντηση ΗΠΑ–Κίνας και η νέα γεωοικονομία

Κοσμάς Σφυρίου: Όταν η Τουρκία νομοθετεί για το πεδίο, η Ελλάδα να μην λέει «δεν έγινε και τίποτα»

Γιάννης Σαμαρτζής: Πώς οι γεωπολιτικές εντάσεις επηρεάζουν την ελληνική οικονομία και το καλάθι της νοικοκυράς

Βάιος Καλοπήτας: Ποιος σχεδιάζει τον ενεργειακό χάρτη της Ρόδου;

Μανώλης Κολεζάκης: Περί του εκλογικού συστήματος…

Μαρία Καρίκη: Γιατί δεν κάνουμε εύκολα αυτοκριτική;

Θάνος Ζέλκας: Χάσαμε την υπομονή μας. Χάσαμε και το βάθος μας

Αγαπητός Ξάνθης: Η τελευταία ποιητική συλλογή του Σουλεϊμάν Αλάγιαλη-Τσιαλίκ με τίτλο «Η λεύκη αθωότητα της Βιλελμίνης»