Γιάννης Σαμαρτζής: Τουρισμός και Υπερτουρισμός: Ανάπτυξη ή Απειλή;
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 619 ΦΟΡΕΣ
Γράφει ο Γιάννης Σαμαρτζής
Οικονομολόγος
Ο τουρισμός αποτελεί στη χώρα μας, έναν από τους σπουδαιότερους παραγωγικούς κλάδους, ο οποίος διαθέτει αναμφισβήτητα συγκριτικά πλεονεκτήματα. Εντάσσεται στον τομέα των διεθνώς εμπορεύσιμων υπηρεσιών, και χαρακτηρίζεται από μία δυναμική αναπτυξιακή πορεία.
Σύμφωνα με πρόσφατες μελέτες, η άμεση συμβολή του τουρισμού στο ελληνικό ΑΕΠ ανέρχεται περίπου στο 13%, ενώ η συνολική συμβολή του —αν υπολογιστούν και οι έμμεσες οικονομικές δραστηριότητες— μπορεί να φτάσει ακόμη και το 30% της οικονομίας. Παράλληλα, ο κλάδος δημιουργεί εκατοντάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας, καλύπτοντας άμεσα περίπου το 16% της απασχόλησης και επηρεάζοντας έμμεσα έως και το 40% των εργαζομένων.
Η Ελλάδα, χάρη στο μοναδικό φυσικό της κάλλος, τα χιλιάδες νησιά, το ήπιο κλίμα και την πλούσια πολιτιστική της κληρονομιά, συγκαταλέγεται ανάμεσα στους πιο δημοφιλείς τουριστικούς προορισμούς του κόσμου. Κάθε χρόνο εκατομμύρια επισκέπτες επιλέγουν τη χώρα μας για τις διακοπές τους, συμβάλλοντας σημαντικά στην οικονομική της ανάπτυξη.
Θεωρείται αδιαμφισβήτητο ότι ο τουρισμός διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στην ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας. Η τουριστική δραστηριότητα δημιουργεί σημαντικό αριθμό θέσεων εργασίας σε πολλούς επαγγελματικούς κλάδους, όπως η ξενοδοχειακή βιομηχανία, η εστίαση, οι μεταφορές, το εμπόριο και άλλες παρεμφερείς υπηρεσίες. Χιλιάδες εργαζόμενοι, ιδιαίτερα σε νησιωτικές και παραθαλάσσιες περιοχές, εξασφαλίζουν το εισόδημά τους χάρη στην τουριστική κίνηση. Επιπλέον, τα έσοδα από τον τουρισμό συμβάλλουν σημαντικά στα δημόσια ταμεία μέσω της φορολογίας και, επομένως, ενισχύουν τη συνολική οικονομική δραστηριότητα της χώρας μας.
Συγκεκριμένα:
Η συμμετοχή, γενικά, του τουριστικού προϊόντος στο Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν της Ελλάδας είναι πολύ μεγάλη και μπορεί να υπολογιστεί με δύο τρόπους: άμεση συμμετοχή, και συνολική (άμεση + έμμεση) συμβολή.
Άμεση συμμετοχή
- Έσοδα, περίπου 32 δισ. ευρώ το 2025.
- Αντιστοιχεί περίπου στο 13% του ΑΕΠ της χώρας.
Αυτό περιλαμβάνει κυρίως:
- δαπάνες ξένων τουριστών
- ξενοδοχεία και εστίαση
- αεροπορικές και θαλάσσιες μεταφορές
- κρουαζιέρες και τουριστικές υπηρεσίες.
Συνολική συμμετοχή (άμεση + έμμεση)
Αν προστεθούν και οι δραστηριότητες που συνδέονται με τον τουρισμό (προμηθευτές, μεταφορές, κατασκευές, τρόφιμα κ.λπ.):
- έσοδα, μεταξύ 66 – 80 δισ. ευρώ
- δηλαδή, έως 30% του ΑΕΠ.
Με απλά λόγια, περίπου 1 στα 3 ευρώ που παράγονται στην ελληνική οικονομία σχετίζεται με τον τουρισμό.
Παράλληλα, η ανάπτυξη του τουρισμού οδηγεί συχνά στη βελτίωση των υποδομών και των υπηρεσιών. Η κατασκευή νέων ξενοδοχειακών μονάδων, η αναβάθμιση λιμανιών και αεροδρομίων, καθώς και η δημιουργία σύγχρονων μεταφορικών δικτύων, αποτελούν επενδύσεις που συμβάλλουν στη γενικότερη πρόοδο των περιοχών. Οι υποδομές αυτές δεν εξυπηρετούν μόνο τους επισκέπτες, αλλά και τους μόνιμους κατοίκους, βελτιώνοντας την καθημερινότητά τους. Επιπλέον, ο τουρισμός λειτουργεί ως μέσο προβολής της χώρας στο εξωτερικό, προωθώντας τον ελληνικό πολιτισμό, τη γαστρονομία, τις παραδόσεις και την ιστορία.
Ωστόσο, η υπερβολική τουριστική ανάπτυξη μπορεί να προκαλέσει και σημαντικές αρνητικές συνέπειες. Η τεράστια συγκέντρωση τουριστών κατά τους θερινούς μήνες σε συγκεκριμένους προορισμούς, όπως οι Κυκλάδες, η Κρήτη, τα Δωδεκάνησα και το κέντρο της Αθήνας, έχει αρχίσει να μετατρέπει την τουριστική ανάπτυξη από ευλογία σε εν δυνάμει απειλή, για το παραγωγικό μοντέλο της χώρας.
Στους δημοφιλείς αυτούς προορισμούς παρατηρείται υπερφόρτωση των υποδομών, καθώς οι δρόμοι, τα μέσα μεταφοράς και οι δημόσιες υπηρεσίες αδυνατούν να εξυπηρετήσουν τον τεράστιο αριθμό επισκεπτών. Παράλληλα, η έντονη τουριστική δραστηριότητα επιβαρύνει σημαντικά το φυσικό περιβάλλον. Η αύξηση των απορριμμάτων, η ρύπανση των θαλασσών, η καταστροφή φυσικών οικοσυστημάτων και η υπερκατανάλωση φυσικών πόρων, όπως το νερό και η ενέργεια, αποτελούν σοβαρές προκλήσεις που απειλούν τη βιωσιμότητα πολλών περιοχών.
Μία από τις πιο άμεσες και οδυνηρές συνέπειες του υπερτουρισμού στη χώρα μας είναι η ραγδαία στεγαστική κρίση. Η μαζική μετατροπή χιλιάδων ακινήτων σε καταλύματα βραχυχρόνιας μίσθωσης (τύπου Airbnb) έχει μειώσει δραματικά την προσφορά στέγης για τους μόνιμους κατοίκους, εκτοξεύοντας τα ενοίκια σε δυσθεώρητα ύψη. Αυτό δημιουργεί ένα έντονο οικονομικό και κοινωνικό παράδοξο: δημόσιοι λειτουργοί, όπως γιατροί, δάσκαλοι, στρατιωτικοί και αστυνομικοί, αλλά και οι ίδιοι οι εποχικοί εργαζόμενοι στον τουρισμό, αδυνατούν να βρουν προσιτή στέγη στα νησιά. Ως αποτέλεσμα, οι τοπικές οικονομίες υπολειτουργούν, κέντρα υγείας και νοσοκομεία μένουν υποστελεχωμένα, και σχολεία αντιμετωπίζουν ελλείψεις εκπαιδευτικών.
Εντωμεταξύ, υπάρχει και ένα τεράστιο κόστος, από την υπερφόρτωση των υποδομών. Η απότομη πολλαπλασιαστική αύξηση του πληθυσμού τους καλοκαιρινούς μήνες στους τουριστικούς προορισμούς, προκαλεί κυριολεκτικά «έμφραγμα» στα τοπικά δίκτυα ύδρευσης, στη διαχείριση των απορριμμάτων, στο οδικό δίκτυο και στις δομές υγείας. Η συντήρηση και η αναβάθμιση αυτών των υποδομών κοστίζουν τεράστια ποσά στο κράτος και την τοπική αυτοδιοίκηση. Συχνά, το δυσανάλογο αυτό κόστος καταλήγει να το επωμίζονται οι ντόπιοι φορολογούμενοι και όχι οι επισκέπτες που το προκαλούν.
Ταυτόχρονα, ο ίδιος ο συνωστισμός και η αλλοίωση του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος υποβαθμίζουν το τουριστικό προϊόν. Οι επισκέπτες υψηλού εισοδήματος αποτρέπονται από τις ατέλειωτες ουρές π.χ. στα μνημεία και την κυκλοφοριακή συμφόρηση, αναζητώντας άλλους προορισμούς, γεγονός που μακροπρόθεσμα μειώνει τα κατά κεφαλήν έσοδα ανά τουρίστα.
Επιπρόσθετα, η υπερβολική εξάρτηση από τον τουρισμό οδηγεί σε μια επικίνδυνη οικονομική «μονοκαλλιέργεια». Το τουριστικό κεφάλαιο απορροφά το μεγαλύτερο μέρος των επενδύσεων και του εργατικού δυναμικού, οδηγώντας σε μαρασμό άλλους κρίσιμους τομείς, όπως ο πρωτογενής τομέας (γεωργία και κτηνοτροφία) και η μεταποίηση.
Αλλά, και οι εισαγωγές αγαθών και υπηρεσιών που σχετίζονται με τον τουρισμό, αποτελούν έναν σημαντικό παράγοντα "διαρροής" συναλλάγματος, μειώνοντας το τελικό οικονομικό όφελος για την ελληνική οικονομία. Παρά το γεγονός ότι ο τουρισμός αποφέρει υψηλά έσοδα, ένα σημαντικό μέρος αυτών των χρημάτων εξάγεται για την αγορά προϊόντων που καταναλώνονται από τους τουρίστες.
Όμως, η πορεία του τουρισμού επηρεάζεται πάντοτε από τις διεθνείς εξελίξεις και το κλίμα ασφάλειας στην ευρύτερη περιοχή, όπως απέδειξε η πρόσφατη πανδημία του covid 19, οι τρέχουσες πολεμικές συρράξεις σε χώρες της Μέσης Ανατολής και οι διάφορες γεωπολιτικές αστάθειες στην περιοχή του Περσικού Κόλπου.
Όπως είναι γνωστό, ο τουριστικός τομέας είναι ένας ευπαθής τομέας και παρουσιάζει ιδιαίτερη ευαισθησία στις οικονομικές μεταβολές, δηλαδή στα εισοδήματα των τουριστών. Το χαρακτηριστικό αυτό οφείλεται στο ότι το τουριστικό προϊόν δεν αποτελεί προϊόν πρώτης ανάγκης, αλλά εντάσσεται στα αγαθά των οποίων η εισοδηματική ελαστικότητα ζήτησης είναι υψηλή. Έτσι, το τουριστικό προϊόν παρουσιάζει υψηλή ελαστικότητα ζήτησης ως προς τις τιμές, δηλαδή μία αύξηση των τιμών στρέφει εύκολα τους τουρίστες προς άλλες περισσότερο ανταγωνιστικές αγορές. Επίσης, το τουριστικό προϊόν παρουσιάζει υψηλή ελαστικότητα ζήτησης και ως προς το εισόδημα, δηλαδή μία δυσμενής οικονομική συγκυρία στις χώρες προέλευσης επηρεάζει αρνητικά την τουριστική δαπάνη.
Τα παραπάνω γεγονότα, εγείρουν έντονους προβληματισμούς, για το εάν ο υπερτουρισμός αποτελεί μοχλό οικονομικής προόδου ή μήπως συνιστά απειλή για την ισορροπία της κοινωνίας, του περιβάλλοντος και της οικονομίας.
Για να προσαρμοστεί η ελληνική οικονομία και να προστατευτεί το μέλλον της, απαιτείται μια ριζική στροφή στις ασκούμενες πολιτικές.
Για τον λόγο αυτό, καθίσταται αναγκαία η υιοθέτηση μιας στρατηγικής βιώσιμης τουριστικής ανάπτυξης. Η πολιτεία και οι τοπικές αρχές οφείλουν να σχεδιάσουν πολιτικές που θα προστατεύουν το περιβάλλον, θα ενισχύουν την τοπική οικονομία και θα εξασφαλίζουν την ισορροπία ανάμεσα στις ανάγκες των επισκεπτών και των κατοίκων.
Ο στόχος πρέπει να μετατοπιστεί από την ποσότητα στην ποιότητα: το ζητούμενο δεν είναι η διαρκής αύξηση των αφίξεων, αλλά η αύξηση της προστιθέμενης αξίας και των εσόδων που αφήνει κάθε επισκέπτης. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μέσω της γεωγραφικής και χρονικής επέκτασης του τουρισμού, με την προώθηση εναλλακτικών μορφών, όπως ο αγροτουρισμός, ο ιαματικός, ο συνεδριακός και ο χειμερινός τουρισμός, ώστε να τονωθεί η ηπειρωτική Ελλάδα και να επιμηκυνθεί η τουριστική περίοδος.
Συνοψίζοντας, ο τουρισμός αποτελεί αναμφίβολα έναν από τους σημαντικότερους πυλώνες της ελληνικής οικονομίας και συμβάλλει ουσιαστικά στην ανάπτυξη και την ευημερία της χώρας. Ωστόσο, όταν η τουριστική δραστηριότητα ξεπερνά τα όρια αντοχής ενός τόπου, μπορεί να μετατραπεί σε παράγοντα πίεσης για το περιβάλλον, την κοινωνία και την οικονομία.
Επομένως, η πρόκληση για την Ελλάδα δεν είναι να περιορίσει τον τουρισμό, αλλά να τον διαχειριστεί με υπευθυνότητα και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό. Μόνο μέσα από μια ισορροπημένη και βιώσιμη προσέγγιση μπορεί ο τουρισμός να συνεχίσει να αποτελεί πηγή ανάπτυξης, χωρίς να θέτει σε κίνδυνο τον φυσικό πλούτο, την πολιτιστική κληρονομιά και την ποιότητα ζωής των επόμενων γενεών.

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News